22 Οκτ 2008

ΓΗΡΑΣ...

"Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή."

(Κ. Καβάφης "Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.")


Από ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα του αγαπημένου μου ποιητή πήρα απόψε την αφορμή για να επιχειρήσω να χαράξω στο χαρτί μερικές γραμμές. Στο νου μου στριφογυρίζουν σκέψεις, εικόνες και ερωτήματα που επίμονα αναζητούν μια πειστική απάντηση προκειμένου να σταματήσουν το έργο της επίπονης ενόχλησής μου. Τί είναι η ζωή; Τι είναι η ομορφιά; Τι είναι το γήρας; Και μέσα σε όλα αυτά ποιος είναι ο ρόλος της Ποίησης; Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης; Και γιατί κάποιοι, ανάμεσά τους και ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής, θεωρούν πως η Ποίηση έχει αυτή την υπερφυσική και θεοδώρητη ικανότητα να απαλύνει όχι μόνο την κουρασμένη ψυχή, όχι μόνο το πονεμένο πνεύμα, αλλά ακόμα και αυτό το γηρασμένο σώμα;
Δεν είμαι γέρος. Είμαι νέος. Είμαι στο άνθος της ζωής μου, το ξέρω πολύ καλά ότι είμαι στην καλύτερη ηλικιακή φάση της ύπαρξής μου, γνωρίζω άριστα ότι τα χρόνια αυτά που διάγω και βιώνω τώρα είναι σίγουρα τα καλύτερα και τα πιο ζηλευτά. Η ζωή κυλάει. Τα χρόνια διαδέχονται το ένα το άλλο όπως η νύχτα διαδέχεται την ημέρα και μετά και πάλι η ημέρα διαδέχεται τη νύχτα. Το ανθρώπινο σώμα ταξιδεύει στο χρόνο, η ύλη δέχεται χτυπήματα και φθείρεται, ο άνθρωπος ξέρει ότι φθείρεται, το ξέρει και μάλιστα πολύ καλά. Η ευλυγισία και η σφριγηλότητα του κορμιού χάνονται. Η ζωντάνια των νεανικών χρόνων ξεθωριάζει. Η φρεσκάδα και η αέναη ασταμάτητη κίνηση των κυττάρων σιγά σιγά γίνονται απλώς και μόνο ενοχλητικές αναμνήσεις ένα μακρινό, μελαγχολικό απόγευμα όταν ο άνθρωπος έχει φτάσει σε μια ηλικία και απλά συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να κάνει παρά ελάχιστα πράγματα από αυτά που κάποτε έκανε. Ότι δεν νοιώθει το ίδιο ακμαίος και δυνατός όπως ένοιωθε. Ότι αισθάνεται κουρασμένος από τα τόσα και τόσα κύματα που σε μια πορεία ζωής τον έχουν χτυπήσει και τον έχουν μετατρέψει από σφριγηλό και πανίσχυρο κυματοθραύστη, σε έναν κυματοθραύστη σχεδόν αχρηστεμένο και ανύπαρκτο που του έχει απομείνει μονάχα το πείσμα του μπροστά στο εγκατελειμένο και μισογκρεμισμένο λιμάνι της ζωής του. Και είναι εκείνη η στιγμή που ο άνθρωπος φιλοσοφεί βαθύτερα. Και είναι εκείνη η στιγμή που κατανοεί πλήρως ότι το να πεθάνει δεν του φαίνεται πλέον και το πιο άδικο πράγμα του κόσμου...
"Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι..." για τον Καβάφη η θωριά του γηρασμένου του σώματος. Θυμάται τα νεανικά του χρόνια. Θυμάται το άλκιμο σώμα του. Την ομορφιά του. Τη ζωντάνια του που ξεχείλιζε από κάθε σημείο του είναι του και πλημμύριζε σαν ολοζώντανος θεϊκός ιχώρ κάθε λεπτομέρεια της ύπαρξής του. Τότε που ήταν νέος. Τότε που ένοιωθε πανίσχυρος, ικανός για τα πάντα, τότε που κρατούσε με τα στοιβαρά του χέρια ο ίδιος το χαλινάρι των αλόγων που έσερναν το τέθριππο της ζωής του. Ενώ τώρα τίποτα. Το ξέρει αυτό. Το έχει συνειδητοποιήσει. Απλώς δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Δεν θέλει να το αποδεχτεί και εναγωνίως αναζητά κάπου να ακουμπήσει, κάπου να βρει μια αίσθηση ελπίδας και ζεστασιάς. Μια πρόσκαιρη και παντελώς προσωρινή λύση. Γιατί μόνιμη θεραπεία δεν υπάρχει. Το ξέρει αυτό. Γνωρίζει καλά ότι το αθάνατο νερό υπήρχε μόνο τα κρύα βράδια της παιδικής του ηλικίας, τότε που η γιαγιά έλεγε το παραμύθι με το βασιλόπουλο. Δεν υπάρχει αθάνατο νερό. Και δεν υπάρχει πλέον ούτε βασιλόπουλο.
"Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως...", συνεχίζει. Η μοναδική του ελπίδα είναι αυτή. Η Ποίηση. Εκεί θα καταφύγει. Εκεί θα αναζητήσει μια πρόσκαιρη παρηγοριά και ανακούφιση. Στους στίχους. Στους στίχους με την υπέροχη αρμονία, με την τελεία τους αίσθηση του ελληνικού ρυθμού, με τη ζωντάνια. Στους στίχους που πίσω από τη φαινομενική μελαγχολία τους κρύβουν μια αδηφάγα όρεξη για ζωή. Για νεανικότητα. Για Έρωτα. Για όλα αυτά που του λείπουν. Για όλα αυτά για τα οποία κάποτε ήταν χαρούμενος. Θέλει να αφεθεί στην Ποίηση για να νοιώσει και πάλι νέος. Για να νοιώσει και πάλι τη ζωή να του μειδιά έξω από την αραχνιασμένη καμάρα των γηρατειών του. Θέλει να περιγράψει με στίχους σώματα όμορφα. Νεανικά. Γεμάτα πάθος για ζωή. Σώματα που κάνουν Έρωτα. Που ζουν τον Έρωτα. Που υπάρχουν για αυτόν και ζουν από αυτόν. Σώματα που είναι τελείως ξένα με το δικό του. Το γηρασμένο. Που του προκαλεί απέχθεια και τον γεμίζει με θλίψη, φόβο και αγωνία. Μέσα από την Ποίηση πλέον ξαναζεί. Νοιώθει νέος. Υμνεί τη ζωή. Υμνεί τη θέληση για ζωή. Υμνεί αυτό που κάποτε είχε και που τώρα είναι ολοκληρωτικά αδύνατον να έχει...
Οδεύω προς το τέλος του σημερινού μου γραπτού. Το ποίημα του Κ. Καβάφη ήταν αυτό που απόψε νομίζω με έκανε να σκεφτώ και να φιλοσοφήσω καλύτερα κάποια πράγματα. Οι σκέψεις πολιορκούν το μυαλό μου και γυρεύουν απάντηση. Μα νομίζω πως το πιο σημαντικό μήνυμα που περνάει σε όλους μας ο σπουδαίος Αλεξανδρινός, είναι το να προσπαθήσουμε να ζήσουμε όσο το δυνατόν πιο έντονα και βαθύτερα τη ζωή μας τώρα που είμαστε νέοι. Να νοιώσουμε κάθε της συγκίνηση. Να αφουγκραστούμε κάθε της παλμό. Να ρουφήξουμε όλο το νέκταρ που περικλείει. Για να νοιώσουμε γεμάτη από αυτή. Για να καταλάβουμε ότι η ζωή είναι πραγματικά όμορφη. Αρκεί να βρούμε τον τρόπο να τη ζήσουμε στη σωστή φιλοσοφική της διάσταση...

13 Οκτ 2008

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο «Το Όνομα Του Ρόδου». Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο το παραθέτω προς ανάγνωση των αγαπητών μου φίλων είναι απλώς και μόνο γιατί πιστεύω ακράδαντα πως η Λογική και η Ελεύθερη Σκέψη είναι ο μοναδικός τρόπος που μπορεί ο καθένας μας να πορευτεί μονάχος του στο σύμπαν απλώς και μόνο διαβάζοντας τα σημάδια του…
Στο απόσπασμα αυτό, ο Γουλιέλμος και ο μαθητής του ο Άντσο, αμφότεροι καθολικοί μοναχοί, προχωρούν στο δάσος αναζητώντας ένα μοναστήρι το οποίο θέλουν να επισκεφτούν προκειμένου να διερευνήσουν μια σειρά από ειδεχθείς φόνους που έχουν σημειωθεί σε αυτό. Στο δρόμο, συναντούν μια ομάδα μοναχών οι οποίοι κατοικούν στο συγκεκριμένο μοναστήρι και οι οποίοι, όμως, έχουν βγει στο δάσος αναζητώντας το καλύτερο από τα άλογα της μονής το οποίο ξέφυγε από το στάβλο. Το σπινθηροβόλο πνεύμα του Γουλιέλμου, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων τίποτα, με μόνο σύμμαχο την εκπληκτική ικανότητα της σύνθετης σκέψης και της ανάγνωσης του μεγάλου βιβλίου της φύσης, βοηθά τους μοναχούς να ανακαλύψουν τα ίχνη του αλόγου αφήνοντας τους πάντες άναυδους. Και τον αναγνώστη…

Την ιστορία την διηγείται ο Άντσο:

…Καθώς τα μουλάρια μας σκαρφάλωναν την τελευταία στροφή του βουνού, εκεί που ο δρόμος γινόταν τρίστρατο κι έφτιαχνε δύο παράπλευρα μονοπάτια, ο δάσκαλός μου σταμάτησε λίγο για να κοιτάξει γύρω του, στα πλάγια του δρόμου, στο βάθος του δρόμου και πάνω από το δρόμο, όπου μια σειρά αειθαλών πεύκων έφτιαχνε για λίγο μια φυσική σκεπή, λευκή από το χιόνι.
«Πλούσιο μοναστήρι», είπε. «Ο Ηγούμενος θέλει να κάνει καλή εντύπωση στις δημόσιες τελετές».
Συνηθισμένος να τον ακούω να κάνει τις πιο ασυνήθιστες δηλώσεις, δεν τον ρώτησα τίποτα. Εξάλλου, μετά από λίγο δρόμο, ακούσαμε θορύβους, και σε μια στροφή εμφανίστηκε μια ομάδα από ανήσυχους μοναχούς και υπηρέτες. Ένας τους, μόλις μας είδε, πλησίασε με μεγάλη ευγένεια: «Καλώς ήρθατε, κύριε», είπε. «Μην εκπλήσσεστε που υποθέτω ποιος είστε, διότι ειδοποιηθήκαμε για την επίσκεψή σας. Είμαι ο Ρεμίγιος της Βαράγγης, ο αποθηκάριος της μονής. Κι αν είστε, όπως πιστεύω, ο αδελφός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο Ηγούμενος θα πρέπει να το ξέρει. Εσύ», διέταξε γυρνώντας σε κάποιον της ακολουθίας του, «ανέβα να ειδοποιήσεις ότι ο επισκέπτης μας θα μπει στον περίβολο!».
«Σας ευχαριστώ, κύριε αποθηκάριε», απάντησε εγκάρδια ο δάσκαλός μου, «και εκτιμώ ιδιαίτερα την ευγένειά σας που, για να με υποδεχτείτε, διακόψατε την έρευνά σας. Μα μην ανησυχείτε, το άλογο πέρασε από εδώ και πήρε το δεξιό μονοπάτι. Δεν θα μπορέσει να πάει πολύ μακριά, γιατί μόλις φτάσει στον σκουπιδόλακκο, θα σταματήσει. Είναι πολύ έξυπνο για να πάει να πέσει στην απότομη κατηφόρα…».
«Πότε το είδατε;», ρώτησε ο αποθηκάριος.
«Δεν το είδαμε καθόλου, έτσι δεν είναι, Άντσο;», είπε ο Γουλιέλμος, γυρνώντας εύθυμα σ’ εμένα. «Αν όμως ψάχνετε τον Μελάνιο, δεν μπορεί παρά να είναι εκεί που σας είπα».
Ο αποθηκάριος δίστασε. Κοίταξε τον Γουλιέλμο, έπειτα το μονοπάτι, και τέλος ρώτησε: «Τον Μελάνιο; Πώς το ξέρετε;».
«Ελάτε τώρα», είπε ο Γουλιέλμος, «είναι φανερό ότι ψάχνετε τον Μελάνιο, το αγαπημένο άλογο του Ηγουμένου, τον καλύτερο δρομέα των στάβλων σας, με μαύρο τρίχωμα, με ύψος πέντε ποδιών, φουντωτή ουρά, μικρές και στρογγυλές οπλές, με καλπασμό κανονικό, μικρό κεφάλι, ευαίσθητα αυτιά και μεγάλα μάτια. Πήγε δεξιά, σας λέω, και τέλος πάντων, βιαστείτε!».
Ο αποθηκάριος δίστασε για μια στιγμή· μετά, έγνεψε στους δικούς του και ρίχτηκε στο δεξιό μονοπάτι, καθώς τα μουλάρια μας ξαναπήραν την ανηφόρα. Ενώ ήμουν έτοιμος να ρωτήσω τον Γουλιέλμο και μ’ έτρωγε η περιέργεια, μου έκανε νόημα να περιμένω. Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα ακούσαμε φωνές χαράς, και στη στροφή του δρόμου φάνηκαν οι μοναχοί και οι υπηρέτες σέρνοντας το άλογο από τα χαλινάρια. Πέρασαν πλάι μας κοιτάζοντάς μας συνεχώς με κατάπληξη και προχώρησαν μπροστά μας προς τη μονή. Νομίζω ότι ο Γουλιέλμος βράδυνε την πορεία του μουλαριού του για να τους αφήσει να διηγηθούν το τι συνέβη. Είχα πράγματι τις ευκαιρίες ν’ αντιληφθώ ότι ο δάσκαλός μου, καθ’ όλα άνθρωπος εξαιρετικής αρετής, ενέδιδε στο ελάττωμα της ματαιοδοξίας, όταν επρόκειτο να αποδείξει την οξύνοιά του, και έχοντάς του αναγνωρίσει τις αρετές ενός ικανού διπλωμάτη, κατάλαβα ότι ήθελε να φτάσει στον προορισμό του με προπομπό τη φήμη του σοφού ανθρώπου.
«Και τώρα, πέστε μου», δεν κατάφερα τελικά να κρατηθώ, «πώς το ξέρατε;».
«Καλέ μου Άντσο», είπε ο δάσκαλος. «Σε ολόκληρο το ταξίδι σε μάθαινα να αναγνωρίζεις τα ίχνη του κόσμου που μας μιλά σαν μεγάλο βιβλίο. Ο Αλανός των Νήσων έλεγε ότι:

omnis mundi creatura
quasi liber et pictura
nobis est in speculum*

Ντρέπομαι σχεδόν να σου επαναλάβω αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζεις. Στο τρίστρατο, πάνω στο φρέσκο χιόνι, διαγράφονταν ολοκάθαρα τα ίχνη από τις οπλές του αλόγου, που οδηγούσαν στο μονοπάτι αριστερά μας. Σε κανονική και ίδια απόσταση το ένα από το άλλο, τα ίχνη εκείνα μας έλεγαν ότι η οπλή του ήταν μικρή και στρογγυλή και ο καλπασμός του πολύ κανονικός· έτσι, συμπεραίνουμε τη φύση του αλόγου και το γεγονός ότι δεν έτρεχε άτακτα, σαν αφηνιασμένο. Εκεί που τα πεύκα σχηματίζουν μια φυσική σκεπή, υπήρχαν μερικά φρεσκοσπασμένα κλαδιά ως το ύψος των πέντε ποδιών. Ένας θάμνος βατομουριάς, εκεί όπου το ζώο, κουνώντας περήφανα την όμορφη ουρά, έστριψε για να μπει στο δεξιό του μονοπάτι, κρατούσε ακόμα στα αγκάθια του μερικές μακριές κατάμαυρες τρίχες. Μετά, μη μου πεις πως δεν ξέρεις ότι εκείνο το μονοπάτι οδηγεί στον σκουπιδόλακκο, γιατί όταν ανεβαίναμε τη χαμηλότερη στροφή είδαμε έναν καταρράχτη σκουπίδια να κατρακυλάει στα πόδια του ανατολικού πύργου, σπιλώνοντας το χιόνι· έτσι όπως ήταν η διάταξη του τρίστρατου, το μονοπάτι δεν μπορούσε παρά να οδηγεί εκεί».
«Ναι», είπα, «αλλά το μικρό κεφάλι, τα μυτερά αυτιά, τα μεγάλα μάτια…».
«Δεν ξέρω αν τα ‘χει, αλλά σίγουρα οι μοναχοί το πιστεύουν ακράδαντα. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έλεγε ότι η ομορφιά ενός αλόγου απαιτεί «ut sit exiguum caput et siccum prope pelle ossibus adhaerente, aures breves et argutae, oculi magni, nares patulae, erecta cervix, coma densa et cauda, ungularum soliditate fixa rotunditas». Αν το άλογο, για το οποίο παρέθεσα το απόσπασμα, δεν ήταν πράγματι το καλύτερο των στάβλων, θα ήταν αδύνατον να μου εξηγήσεις γιατί δεν το έψαχναν μόνο οι σταβλίτες, αλλά επιστρατεύτηκε και ο ίδιος ο αποθηκάριος. Και ένας μοναχός που θεωρεί ένα άλογο εξαιρετικό, όποια κι αν είναι η φυσική μορφή του, δεν μπορεί παρά να το βλέπει όπως του το περιέγραψαν οι αυθεντίες, ιδίως αν», κι εδώ χαμογέλασε με κακία προς το μέρος μου, «είναι ένας πολυμαθής Βενεδικτίνος…».
«Εντάξει», είπα, «αλλά γιατί Μελάνιος;».
«Μακάρι το Άγιο Πνεύμα να βάλει λίγο ακόμα αλάτι στην κολοκύθα σου, γιε μου!», αναφώνησε ο δάσκαλος. «Ποιο άλλο όνομα μπορούσαν να του δώσουν αφού μέχρι και ο μεγάλος Βουριδανός, που πρόκειται να γίνει πρύτανης στο Παρίσι, όταν έπρεπε να μιλήσει για ένα ωραίο άλογο, δεν βρήκε καλύτερο όνομα από αυτό;»…


Ήταν απλώς ένα απόσπασμα. Το βιβλίο, πάντως, το συστήνω ανεπιφύλακτα στον καθένα...

___________
* Κάθε πλάσμα του κόσμου/ σαν βιβλίο και εικόνα/ μπροστά μας καθρεφτίζεται.

9 Οκτ 2008

ΑΡΓΑ...

Η ώρα έχει περάσει και μάλιστα κατά πολύ. Καθισμένος στο κρεβάτι μου, ντυμένος πλέον με χειμωνιάτικη περιβολή λόγω του ότι το κρύο πλέον έχει κάνει για τα καλά πια αισθητή την παρουσία του τις τελευταίες ημέρες. Την ώρα αυτή, όπως και πολλές άλλες βέβαια, την αφιερώνω στη σκέψη. Στο στοχασμό. Για την ακρίβεια σκέφτομαι πάρα πολλά πράγματα, πλάθω ιστορίες, επεξεργάζομαι σενάρια και πρωταγωνιστώ στις αέναες κινητικές ζωγραφικές του νου μου. Ταξιδεύω στο παρελθόν, βιώνω κάθε στιγμή στο παρόν, επεκτείνομαι και κυριεύω και το μέλλον. Χαίρομαι για αυτό που είμαι. Νιώθω γεμάτος για αυτό που κάνω.
Το κρύο μέρα με τη μέρα και όσο το φθινόπωρο μπαίνει στα καλά του γίνεται ολοένα και περισσότερο αισθητό ιδίως από τις απογευματινές ώρες και έπειτα. Προσπαθώ να μην με νικήσει, να μην παγώσει την καρδιά μου, να μην αποκρυσταλλώσει το μυαλό μου και το κάνει να πάψει να σκέφτεται και να στοχάζεται, να μην αναγκάσει το πνεύμα μου να εγκαταλείψει την ατέρμονη αναζήτηση της σοφίας και να στραφεί αποκλειστικά σε σκέψεις πρόσκαιρες, προσωρινές και ανούσιες. Σκέψεις που μειώνουν τον άνθρωπο. Που τον καθιστούν μικρό. Ανεπαίσθητο. Γιατί εγώ έχω προ πολλού αρνηθεί να είμαι άνθρωπος ανεπαίσθητος. Δεν θέλω να είμαι ανεπαίσθητος. Θέλω να παίρνω και να απολαμβάνω αυτό που μου ανήκει. Θέλω να κατακτώ την αλήθεια και τη σοφία που κρύβει μέσα του αυτός ο υπέροχος κόσμος, αυτό το υπέροχο σύμπαν που μας περιβάλλει, αυτή η υπέροχη φύση, αυτή η υπέρτατη και άφθαρτη κατάσταση που εμείς είμαστε κομμάτι της, που αυτή είναι κομμάτι μας. Κομμάτι αναπόσπαστο. Αναλλοίωτο.
Επιχειρώ συνεχώς να ψηλαφίσω τον κόσμο. Το σύμπαν. Αυτό που μας περικλείει και το περικλείουμε. Αυτό που μας γεμίζει και το γεμίζουμε. Αυτό που εμείς οι ίδιοι είμαστε. Αυτό είναι η ουσία της ύπαρξής μας και εμείς είμαστε η ουσία της ύπαρξής του. Υπάρχει επειδή υπάρχουμε. Και υπάρχουμε επειδή υπάρχει.
Η ώρα είναι πολύ περασμένη και στο μικρό μου σπίτι, μόνος, εξακολουθώ να χαράζω γραμμές στο χαρτί. Γράφω ακατάπαυστα. Γράφω σαν να φοβάμαι μήπως κάτι μου ξεφύγει. Μήπως κάτι δεν προλάβω να το αποτυπώσω στη σελίδα και το χάσω για πάντα. Τα γράμματά μου πολύ άσχημα. Για την ακρίβεια, κάνω ωραία γράμματα όταν γράφω ήρεμα και αργά αλλά τώρα γράφω πραγματικά πολύ γρήγορα. Γράφω ασταμάτητα. Κοντοστέκομαι. Τα μάτια μου είναι κουρασμένα. Νιώθω σχεδόν σε όλη μου την ύπαρξη την αίσθηση μιας κόπωσης. Και εδώ θα ομολογήσω ότι είμαι κουρασμένος. Αισθάνομαι πραγματικά κουρασμένος. Κουρασμένος από τους δήθεν ανθρώπους, από τις δήθεν καταστάσεις, από τις δήθεν συνθήκες που υπάρχουν γύρω μου και οι οποίες ευνοούν τη μικρότητα, την αθλιότητα, την ασχήμια.
Η ώρα είναι πραγματικά πολύ περασμένη. Και ο αντίχειράς μου αρχίζει να πονάει. Δεν θα γράψω άλλο...

2 Οκτ 2008

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ...

Προχθές το απόγευμα, λίγο μετά το σούρουπο, αποφάσισα (και υπό το φόβο της βροχής που διαγραφόταν στον γκρίζο ορίζοντα) να παραμείνω στο σπίτι και να μην αποτολμήσω μία από τις συνηθισμένες μου ήσυχες βραδινές βόλτες με το ποδήλατο σε περιοχές πολύ κοντινές με το χωριό στο οποίο διαμένω.
Παρόλο που συστηματικά το αποφεύγω, εντούτοις προχθές άνοιξα την τηλεόραση περί τις 8 η ώρα το βράδυ, προκειμένου να ψηλαφήσω την, έστω και τεχνητή και στημένη, επικαιρότητα την οποία αφειδώς πουλάνε τα τηλεοπτικά κανάλια. Αν και τα θέματα τα οποία "παίζονταν" δεν μου προκαλούσαν το παραμικρό ενδιαφέρον, καθώς π.χ. το μοναδικό πράγμα για το οποίο δεν θα μπορούσα ποτέ να νοιαστώ είναι το εάν θα πέσει ή όχι η κυβέρνηση και το αν θα γίνουν ή όχι πρόωρες εκλογές, παρόλα αυτά διατηρούσα ανοιχτή την τηλεόραση κάνοντας διαρκώς "ζάπινγκ" έτσι, από ανία. Βεβαίως, σκεπτόμενος λίγο αργότερα κάπως καλύτερα το πράγμα, σταμάτησα τη συνεχή εναλλαγή των καναλιών καθώς απλά διαπίστωσα ότι δεν είχε το παραμικρό νόημα: σε κάθε κανάλι συνέβαινε η αγοραπωλησία ακριβώς του ίδιου θέματος και το μόνο που άλλαζε ήταν ο πωλητής. Στο ένα ήταν παρουσιαστής και στο άλλο παρουσιάστρια. Μάλιστα, καθώς στο τηλεκοντρόλ τα "μεγαλύτερα" κανάλια βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο, παρατήρησα ότι τα προς πώληση θέματα τα διαπραγματεύονταν με τη σειρά: στο 3 ήταν παρουσιαστής, στο 4 παρουσιάστρια, στο 5 παρουσιαστής και στο 6 και πάλι παρουσιάστρια. Η εναλλαγή είχε ένα μικρό ενδιαφέρον μέχρι την παρέλευση του πρώτου δεκαλέπτου, οπότε χάθηκε κι αυτό και αποφάσισα να παραμείνω σταθερός και πιστός στο 6 για τον μοναδικό λόγο ότι η ηλικία της παρουσιάστριας ήταν αρκετά πλησίον της δικής μου κάτι που, όπως άλλωστε αναμενόταν, είχε και ένα θετικό αντίκτυπο στην εξωτερική της εμφάνιση.
Παρεπιπτόντως, προχθές, ήταν και η "πρεμιέρα" για τη νέα τηλεοπτική σεζόν, της περίφημης πια εκπομπής του Λάκη Λαζόπουλου με τον γνωστό σε κάθε "κοινωνικά αδικημένο" Έλληνα τίτλο. Φυσικά, δεν τυγχάνω οπαδός της συγκεκριμένης εκπομπής. Το αντίθετο μάλιστα. Το γεγονός της "πρεμιέρας" μου έγινε γνωστό μέσα από το δελτίο ειδήσεων που ατυχώς παρακολούθησα στο 6, στο οποίο κανάλι ο πασίγνωστος Λάκης παρουσιάζει και πουλάει το προϊόν του. Βεβαίως, όλα τα υπόλοιπα κανάλια δεν έκαναν την παραμικρή νύξη για το θέμα της "πρεμιέρας", παρόλο που πολλά στελέχη τους είτε έχουν θεαθεί στο πάνελ της εκπομπής του Λάκη είτε έχουν δηλώσει "φανατικοί θεατές" του. Η υποκρισία, δηλαδή, στην υπέρτατη διάσταση. Και εκτός αυτού, είναι και οι προκάτ ειδήσεις που πολλάκις έχω αναφέρει και καταγγείλει.
Αρνήθηκα να παρακολουθήσω την "πρεμιέρα". Αρνήθηκα να πάρω μέρος σε ένα παιχνίδι σικέ. Σε έναν διαγωνισμό υποκρισίας. Γιατί, πολύ απλά, η εκπομπή του Λάκη είναι ένα εβδομαδιαίο φεστιβάλ υποκρισίας. Είναι μια στημένη υπόθεση, μια κατάσταση που κρίνει τους πάντες και τα πάντα εκτός από την ίδια, που αγωνίζεται ενάντια στο "σύστημα" (!) ενώ την ίδια στιγμή ο παρουσιαστής της (και ο καναλάρχης, βεβαίως) καυχιέται για τα νούμερα της τηλεθέασης. Καυχώνται όλοι στο κανάλι 6 του τηλεκοντρόλ μου ότι κάθε Τρίτη βράδυ "η μισή Ελλάδα βλέπει Λάκη". Μα τόση υποκρισία τελικά; Όλοι αυτοί που βλέπουν το Λάκη, που τον στηρίζουν επειδή "τα χώνει" ευθέως στους "μεγάλους", που ξεσηκώνονται και τραγουδούν μαζί του ενάντια στην κυβέρνηση, ενάντια στους πολιτικούς, ενάντια στους πλούσιους και τα αφεντικά, ενάντια σε κάθε δυνατό "που πίνει το αίμα του Έλληνα", όλοι αυτοί δεν θα ξυπνήσουν την επόμενη ημέρα, την Τετάρτη κιόλας το πρωί, και θα σκύψουν και πάλι το κεφάλι στον προϊστάμενο, δεν θα γονατίσουν και πάλι μπροστά στον εργοδότη μήπως και συγκινηθεί και τους πληρώσει επιτέλους μετά από έναν και δύο μήνες για να αγοράσουν τα σχολικά των παιδιών τους, δεν θα στοιβαχτούν και πάλι στο γραφείο του βουλευτή για να δηλώσουν υποτέλεια και να διοριστεί ο γιόκας ως οδηγός απορριματοφόρου ή κάτι παρόμοιο;
Και έχω απομείνει να φωνάζω...Και έχω απομείνει όρθιος, μονάχος να αντιστέκομαι...Και όλοι γύρω μου βλέπουν το Λάκη...Και ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο...