Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο «Το Όνομα Του Ρόδου». Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο το παραθέτω προς ανάγνωση των αγαπητών μου φίλων είναι απλώς και μόνο γιατί πιστεύω ακράδαντα πως η Λογική και η Ελεύθερη Σκέψη είναι ο μοναδικός τρόπος που μπορεί ο καθένας μας να πορευτεί μονάχος του στο σύμπαν απλώς και μόνο διαβάζοντας τα σημάδια του…
Στο απόσπασμα αυτό, ο Γουλιέλμος και ο μαθητής του ο Άντσο, αμφότεροι καθολικοί μοναχοί, προχωρούν στο δάσος αναζητώντας ένα μοναστήρι το οποίο θέλουν να επισκεφτούν προκειμένου να διερευνήσουν μια σειρά από ειδεχθείς φόνους που έχουν σημειωθεί σε αυτό. Στο δρόμο, συναντούν μια ομάδα μοναχών οι οποίοι κατοικούν στο συγκεκριμένο μοναστήρι και οι οποίοι, όμως, έχουν βγει στο δάσος αναζητώντας το καλύτερο από τα άλογα της μονής το οποίο ξέφυγε από το στάβλο. Το σπινθηροβόλο πνεύμα του Γουλιέλμου, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων τίποτα, με μόνο σύμμαχο την εκπληκτική ικανότητα της σύνθετης σκέψης και της ανάγνωσης του μεγάλου βιβλίου της φύσης, βοηθά τους μοναχούς να ανακαλύψουν τα ίχνη του αλόγου αφήνοντας τους πάντες άναυδους. Και τον αναγνώστη…
Την ιστορία την διηγείται ο Άντσο:
…Καθώς τα μουλάρια μας σκαρφάλωναν την τελευταία στροφή του βουνού, εκεί που ο δρόμος γινόταν τρίστρατο κι έφτιαχνε δύο παράπλευρα μονοπάτια, ο δάσκαλός μου σταμάτησε λίγο για να κοιτάξει γύρω του, στα πλάγια του δρόμου, στο βάθος του δρόμου και πάνω από το δρόμο, όπου μια σειρά αειθαλών πεύκων έφτιαχνε για λίγο μια φυσική σκεπή, λευκή από το χιόνι.
«Πλούσιο μοναστήρι», είπε. «Ο Ηγούμενος θέλει να κάνει καλή εντύπωση στις δημόσιες τελετές».
Συνηθισμένος να τον ακούω να κάνει τις πιο ασυνήθιστες δηλώσεις, δεν τον ρώτησα τίποτα. Εξάλλου, μετά από λίγο δρόμο, ακούσαμε θορύβους, και σε μια στροφή εμφανίστηκε μια ομάδα από ανήσυχους μοναχούς και υπηρέτες. Ένας τους, μόλις μας είδε, πλησίασε με μεγάλη ευγένεια: «Καλώς ήρθατε, κύριε», είπε. «Μην εκπλήσσεστε που υποθέτω ποιος είστε, διότι ειδοποιηθήκαμε για την επίσκεψή σας. Είμαι ο Ρεμίγιος της Βαράγγης, ο αποθηκάριος της μονής. Κι αν είστε, όπως πιστεύω, ο αδελφός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο Ηγούμενος θα πρέπει να το ξέρει. Εσύ», διέταξε γυρνώντας σε κάποιον της ακολουθίας του, «ανέβα να ειδοποιήσεις ότι ο επισκέπτης μας θα μπει στον περίβολο!».
«Σας ευχαριστώ, κύριε αποθηκάριε», απάντησε εγκάρδια ο δάσκαλός μου, «και εκτιμώ ιδιαίτερα την ευγένειά σας που, για να με υποδεχτείτε, διακόψατε την έρευνά σας. Μα μην ανησυχείτε, το άλογο πέρασε από εδώ και πήρε το δεξιό μονοπάτι. Δεν θα μπορέσει να πάει πολύ μακριά, γιατί μόλις φτάσει στον σκουπιδόλακκο, θα σταματήσει. Είναι πολύ έξυπνο για να πάει να πέσει στην απότομη κατηφόρα…».
«Πότε το είδατε;», ρώτησε ο αποθηκάριος.
«Δεν το είδαμε καθόλου, έτσι δεν είναι, Άντσο;», είπε ο Γουλιέλμος, γυρνώντας εύθυμα σ’ εμένα. «Αν όμως ψάχνετε τον Μελάνιο, δεν μπορεί παρά να είναι εκεί που σας είπα».
Ο αποθηκάριος δίστασε. Κοίταξε τον Γουλιέλμο, έπειτα το μονοπάτι, και τέλος ρώτησε: «Τον Μελάνιο; Πώς το ξέρετε;».
«Ελάτε τώρα», είπε ο Γουλιέλμος, «είναι φανερό ότι ψάχνετε τον Μελάνιο, το αγαπημένο άλογο του Ηγουμένου, τον καλύτερο δρομέα των στάβλων σας, με μαύρο τρίχωμα, με ύψος πέντε ποδιών, φουντωτή ουρά, μικρές και στρογγυλές οπλές, με καλπασμό κανονικό, μικρό κεφάλι, ευαίσθητα αυτιά και μεγάλα μάτια. Πήγε δεξιά, σας λέω, και τέλος πάντων, βιαστείτε!».
Ο αποθηκάριος δίστασε για μια στιγμή· μετά, έγνεψε στους δικούς του και ρίχτηκε στο δεξιό μονοπάτι, καθώς τα μουλάρια μας ξαναπήραν την ανηφόρα. Ενώ ήμουν έτοιμος να ρωτήσω τον Γουλιέλμο και μ’ έτρωγε η περιέργεια, μου έκανε νόημα να περιμένω. Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα ακούσαμε φωνές χαράς, και στη στροφή του δρόμου φάνηκαν οι μοναχοί και οι υπηρέτες σέρνοντας το άλογο από τα χαλινάρια. Πέρασαν πλάι μας κοιτάζοντάς μας συνεχώς με κατάπληξη και προχώρησαν μπροστά μας προς τη μονή. Νομίζω ότι ο Γουλιέλμος βράδυνε την πορεία του μουλαριού του για να τους αφήσει να διηγηθούν το τι συνέβη. Είχα πράγματι τις ευκαιρίες ν’ αντιληφθώ ότι ο δάσκαλός μου, καθ’ όλα άνθρωπος εξαιρετικής αρετής, ενέδιδε στο ελάττωμα της ματαιοδοξίας, όταν επρόκειτο να αποδείξει την οξύνοιά του, και έχοντάς του αναγνωρίσει τις αρετές ενός ικανού διπλωμάτη, κατάλαβα ότι ήθελε να φτάσει στον προορισμό του με προπομπό τη φήμη του σοφού ανθρώπου.
«Και τώρα, πέστε μου», δεν κατάφερα τελικά να κρατηθώ, «πώς το ξέρατε;».
«Καλέ μου Άντσο», είπε ο δάσκαλος. «Σε ολόκληρο το ταξίδι σε μάθαινα να αναγνωρίζεις τα ίχνη του κόσμου που μας μιλά σαν μεγάλο βιβλίο. Ο Αλανός των Νήσων έλεγε ότι:
omnis mundi creatura
quasi liber et pictura
nobis est in speculum*
Ντρέπομαι σχεδόν να σου επαναλάβω αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζεις. Στο τρίστρατο, πάνω στο φρέσκο χιόνι, διαγράφονταν ολοκάθαρα τα ίχνη από τις οπλές του αλόγου, που οδηγούσαν στο μονοπάτι αριστερά μας. Σε κανονική και ίδια απόσταση το ένα από το άλλο, τα ίχνη εκείνα μας έλεγαν ότι η οπλή του ήταν μικρή και στρογγυλή και ο καλπασμός του πολύ κανονικός· έτσι, συμπεραίνουμε τη φύση του αλόγου και το γεγονός ότι δεν έτρεχε άτακτα, σαν αφηνιασμένο. Εκεί που τα πεύκα σχηματίζουν μια φυσική σκεπή, υπήρχαν μερικά φρεσκοσπασμένα κλαδιά ως το ύψος των πέντε ποδιών. Ένας θάμνος βατομουριάς, εκεί όπου το ζώο, κουνώντας περήφανα την όμορφη ουρά, έστριψε για να μπει στο δεξιό του μονοπάτι, κρατούσε ακόμα στα αγκάθια του μερικές μακριές κατάμαυρες τρίχες. Μετά, μη μου πεις πως δεν ξέρεις ότι εκείνο το μονοπάτι οδηγεί στον σκουπιδόλακκο, γιατί όταν ανεβαίναμε τη χαμηλότερη στροφή είδαμε έναν καταρράχτη σκουπίδια να κατρακυλάει στα πόδια του ανατολικού πύργου, σπιλώνοντας το χιόνι· έτσι όπως ήταν η διάταξη του τρίστρατου, το μονοπάτι δεν μπορούσε παρά να οδηγεί εκεί».
«Ναι», είπα, «αλλά το μικρό κεφάλι, τα μυτερά αυτιά, τα μεγάλα μάτια…».
«Δεν ξέρω αν τα ‘χει, αλλά σίγουρα οι μοναχοί το πιστεύουν ακράδαντα. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έλεγε ότι η ομορφιά ενός αλόγου απαιτεί «ut sit exiguum caput et siccum prope pelle ossibus adhaerente, aures breves et argutae, oculi magni, nares patulae, erecta cervix, coma densa et cauda, ungularum soliditate fixa rotunditas». Αν το άλογο, για το οποίο παρέθεσα το απόσπασμα, δεν ήταν πράγματι το καλύτερο των στάβλων, θα ήταν αδύνατον να μου εξηγήσεις γιατί δεν το έψαχναν μόνο οι σταβλίτες, αλλά επιστρατεύτηκε και ο ίδιος ο αποθηκάριος. Και ένας μοναχός που θεωρεί ένα άλογο εξαιρετικό, όποια κι αν είναι η φυσική μορφή του, δεν μπορεί παρά να το βλέπει όπως του το περιέγραψαν οι αυθεντίες, ιδίως αν», κι εδώ χαμογέλασε με κακία προς το μέρος μου, «είναι ένας πολυμαθής Βενεδικτίνος…».
«Εντάξει», είπα, «αλλά γιατί Μελάνιος;».
«Μακάρι το Άγιο Πνεύμα να βάλει λίγο ακόμα αλάτι στην κολοκύθα σου, γιε μου!», αναφώνησε ο δάσκαλος. «Ποιο άλλο όνομα μπορούσαν να του δώσουν αφού μέχρι και ο μεγάλος Βουριδανός, που πρόκειται να γίνει πρύτανης στο Παρίσι, όταν έπρεπε να μιλήσει για ένα ωραίο άλογο, δεν βρήκε καλύτερο όνομα από αυτό;»…
Ήταν απλώς ένα απόσπασμα. Το βιβλίο, πάντως, το συστήνω ανεπιφύλακτα στον καθένα...
___________
* Κάθε πλάσμα του κόσμου/ σαν βιβλίο και εικόνα/ μπροστά μας καθρεφτίζεται.
Στο απόσπασμα αυτό, ο Γουλιέλμος και ο μαθητής του ο Άντσο, αμφότεροι καθολικοί μοναχοί, προχωρούν στο δάσος αναζητώντας ένα μοναστήρι το οποίο θέλουν να επισκεφτούν προκειμένου να διερευνήσουν μια σειρά από ειδεχθείς φόνους που έχουν σημειωθεί σε αυτό. Στο δρόμο, συναντούν μια ομάδα μοναχών οι οποίοι κατοικούν στο συγκεκριμένο μοναστήρι και οι οποίοι, όμως, έχουν βγει στο δάσος αναζητώντας το καλύτερο από τα άλογα της μονής το οποίο ξέφυγε από το στάβλο. Το σπινθηροβόλο πνεύμα του Γουλιέλμου, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων τίποτα, με μόνο σύμμαχο την εκπληκτική ικανότητα της σύνθετης σκέψης και της ανάγνωσης του μεγάλου βιβλίου της φύσης, βοηθά τους μοναχούς να ανακαλύψουν τα ίχνη του αλόγου αφήνοντας τους πάντες άναυδους. Και τον αναγνώστη…
Την ιστορία την διηγείται ο Άντσο:
…Καθώς τα μουλάρια μας σκαρφάλωναν την τελευταία στροφή του βουνού, εκεί που ο δρόμος γινόταν τρίστρατο κι έφτιαχνε δύο παράπλευρα μονοπάτια, ο δάσκαλός μου σταμάτησε λίγο για να κοιτάξει γύρω του, στα πλάγια του δρόμου, στο βάθος του δρόμου και πάνω από το δρόμο, όπου μια σειρά αειθαλών πεύκων έφτιαχνε για λίγο μια φυσική σκεπή, λευκή από το χιόνι.
«Πλούσιο μοναστήρι», είπε. «Ο Ηγούμενος θέλει να κάνει καλή εντύπωση στις δημόσιες τελετές».
Συνηθισμένος να τον ακούω να κάνει τις πιο ασυνήθιστες δηλώσεις, δεν τον ρώτησα τίποτα. Εξάλλου, μετά από λίγο δρόμο, ακούσαμε θορύβους, και σε μια στροφή εμφανίστηκε μια ομάδα από ανήσυχους μοναχούς και υπηρέτες. Ένας τους, μόλις μας είδε, πλησίασε με μεγάλη ευγένεια: «Καλώς ήρθατε, κύριε», είπε. «Μην εκπλήσσεστε που υποθέτω ποιος είστε, διότι ειδοποιηθήκαμε για την επίσκεψή σας. Είμαι ο Ρεμίγιος της Βαράγγης, ο αποθηκάριος της μονής. Κι αν είστε, όπως πιστεύω, ο αδελφός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο Ηγούμενος θα πρέπει να το ξέρει. Εσύ», διέταξε γυρνώντας σε κάποιον της ακολουθίας του, «ανέβα να ειδοποιήσεις ότι ο επισκέπτης μας θα μπει στον περίβολο!».
«Σας ευχαριστώ, κύριε αποθηκάριε», απάντησε εγκάρδια ο δάσκαλός μου, «και εκτιμώ ιδιαίτερα την ευγένειά σας που, για να με υποδεχτείτε, διακόψατε την έρευνά σας. Μα μην ανησυχείτε, το άλογο πέρασε από εδώ και πήρε το δεξιό μονοπάτι. Δεν θα μπορέσει να πάει πολύ μακριά, γιατί μόλις φτάσει στον σκουπιδόλακκο, θα σταματήσει. Είναι πολύ έξυπνο για να πάει να πέσει στην απότομη κατηφόρα…».
«Πότε το είδατε;», ρώτησε ο αποθηκάριος.
«Δεν το είδαμε καθόλου, έτσι δεν είναι, Άντσο;», είπε ο Γουλιέλμος, γυρνώντας εύθυμα σ’ εμένα. «Αν όμως ψάχνετε τον Μελάνιο, δεν μπορεί παρά να είναι εκεί που σας είπα».
Ο αποθηκάριος δίστασε. Κοίταξε τον Γουλιέλμο, έπειτα το μονοπάτι, και τέλος ρώτησε: «Τον Μελάνιο; Πώς το ξέρετε;».
«Ελάτε τώρα», είπε ο Γουλιέλμος, «είναι φανερό ότι ψάχνετε τον Μελάνιο, το αγαπημένο άλογο του Ηγουμένου, τον καλύτερο δρομέα των στάβλων σας, με μαύρο τρίχωμα, με ύψος πέντε ποδιών, φουντωτή ουρά, μικρές και στρογγυλές οπλές, με καλπασμό κανονικό, μικρό κεφάλι, ευαίσθητα αυτιά και μεγάλα μάτια. Πήγε δεξιά, σας λέω, και τέλος πάντων, βιαστείτε!».
Ο αποθηκάριος δίστασε για μια στιγμή· μετά, έγνεψε στους δικούς του και ρίχτηκε στο δεξιό μονοπάτι, καθώς τα μουλάρια μας ξαναπήραν την ανηφόρα. Ενώ ήμουν έτοιμος να ρωτήσω τον Γουλιέλμο και μ’ έτρωγε η περιέργεια, μου έκανε νόημα να περιμένω. Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα ακούσαμε φωνές χαράς, και στη στροφή του δρόμου φάνηκαν οι μοναχοί και οι υπηρέτες σέρνοντας το άλογο από τα χαλινάρια. Πέρασαν πλάι μας κοιτάζοντάς μας συνεχώς με κατάπληξη και προχώρησαν μπροστά μας προς τη μονή. Νομίζω ότι ο Γουλιέλμος βράδυνε την πορεία του μουλαριού του για να τους αφήσει να διηγηθούν το τι συνέβη. Είχα πράγματι τις ευκαιρίες ν’ αντιληφθώ ότι ο δάσκαλός μου, καθ’ όλα άνθρωπος εξαιρετικής αρετής, ενέδιδε στο ελάττωμα της ματαιοδοξίας, όταν επρόκειτο να αποδείξει την οξύνοιά του, και έχοντάς του αναγνωρίσει τις αρετές ενός ικανού διπλωμάτη, κατάλαβα ότι ήθελε να φτάσει στον προορισμό του με προπομπό τη φήμη του σοφού ανθρώπου.
«Και τώρα, πέστε μου», δεν κατάφερα τελικά να κρατηθώ, «πώς το ξέρατε;».
«Καλέ μου Άντσο», είπε ο δάσκαλος. «Σε ολόκληρο το ταξίδι σε μάθαινα να αναγνωρίζεις τα ίχνη του κόσμου που μας μιλά σαν μεγάλο βιβλίο. Ο Αλανός των Νήσων έλεγε ότι:
omnis mundi creatura
quasi liber et pictura
nobis est in speculum*
Ντρέπομαι σχεδόν να σου επαναλάβω αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζεις. Στο τρίστρατο, πάνω στο φρέσκο χιόνι, διαγράφονταν ολοκάθαρα τα ίχνη από τις οπλές του αλόγου, που οδηγούσαν στο μονοπάτι αριστερά μας. Σε κανονική και ίδια απόσταση το ένα από το άλλο, τα ίχνη εκείνα μας έλεγαν ότι η οπλή του ήταν μικρή και στρογγυλή και ο καλπασμός του πολύ κανονικός· έτσι, συμπεραίνουμε τη φύση του αλόγου και το γεγονός ότι δεν έτρεχε άτακτα, σαν αφηνιασμένο. Εκεί που τα πεύκα σχηματίζουν μια φυσική σκεπή, υπήρχαν μερικά φρεσκοσπασμένα κλαδιά ως το ύψος των πέντε ποδιών. Ένας θάμνος βατομουριάς, εκεί όπου το ζώο, κουνώντας περήφανα την όμορφη ουρά, έστριψε για να μπει στο δεξιό του μονοπάτι, κρατούσε ακόμα στα αγκάθια του μερικές μακριές κατάμαυρες τρίχες. Μετά, μη μου πεις πως δεν ξέρεις ότι εκείνο το μονοπάτι οδηγεί στον σκουπιδόλακκο, γιατί όταν ανεβαίναμε τη χαμηλότερη στροφή είδαμε έναν καταρράχτη σκουπίδια να κατρακυλάει στα πόδια του ανατολικού πύργου, σπιλώνοντας το χιόνι· έτσι όπως ήταν η διάταξη του τρίστρατου, το μονοπάτι δεν μπορούσε παρά να οδηγεί εκεί».
«Ναι», είπα, «αλλά το μικρό κεφάλι, τα μυτερά αυτιά, τα μεγάλα μάτια…».
«Δεν ξέρω αν τα ‘χει, αλλά σίγουρα οι μοναχοί το πιστεύουν ακράδαντα. Ο Ισίδωρος της Σεβίλλης έλεγε ότι η ομορφιά ενός αλόγου απαιτεί «ut sit exiguum caput et siccum prope pelle ossibus adhaerente, aures breves et argutae, oculi magni, nares patulae, erecta cervix, coma densa et cauda, ungularum soliditate fixa rotunditas». Αν το άλογο, για το οποίο παρέθεσα το απόσπασμα, δεν ήταν πράγματι το καλύτερο των στάβλων, θα ήταν αδύνατον να μου εξηγήσεις γιατί δεν το έψαχναν μόνο οι σταβλίτες, αλλά επιστρατεύτηκε και ο ίδιος ο αποθηκάριος. Και ένας μοναχός που θεωρεί ένα άλογο εξαιρετικό, όποια κι αν είναι η φυσική μορφή του, δεν μπορεί παρά να το βλέπει όπως του το περιέγραψαν οι αυθεντίες, ιδίως αν», κι εδώ χαμογέλασε με κακία προς το μέρος μου, «είναι ένας πολυμαθής Βενεδικτίνος…».
«Εντάξει», είπα, «αλλά γιατί Μελάνιος;».
«Μακάρι το Άγιο Πνεύμα να βάλει λίγο ακόμα αλάτι στην κολοκύθα σου, γιε μου!», αναφώνησε ο δάσκαλος. «Ποιο άλλο όνομα μπορούσαν να του δώσουν αφού μέχρι και ο μεγάλος Βουριδανός, που πρόκειται να γίνει πρύτανης στο Παρίσι, όταν έπρεπε να μιλήσει για ένα ωραίο άλογο, δεν βρήκε καλύτερο όνομα από αυτό;»…
Ήταν απλώς ένα απόσπασμα. Το βιβλίο, πάντως, το συστήνω ανεπιφύλακτα στον καθένα...
___________
* Κάθε πλάσμα του κόσμου/ σαν βιβλίο και εικόνα/ μπροστά μας καθρεφτίζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου