25 Σεπ 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΙ...

"Το έχω μέσα μου, τόσο κοντύτερα στο ίδιο μου το σπίτι, να τρομάζω τον εαυτό μου με τους δικούς μου έρημους τόπους", έγραφε κάποτε ο Ρόμπερτ Φροστ.
Αυτή τη βροχερή φθινοπωρινή νύχτα, στο μικρό χωριό που εδώ και μερικές ημέρες αποτελεί τον νέο τόπο κατοικίας μου και στέγασης των ονείρων μου και των φιλοδοξιών μου, καθισμένος στο μικρό μου γραφείο, προσπαθώ να στοχαστώ και να σκεφτώ πάνω σε ένα θέμα που έθιξα χθες βράδυ μιλώντας με ηλεκτρονικά μηνύματα μέσω του υπολογιστή με έναν καλό μου φίλο. Για την ακρίβεια, αυτό που προσπαθώ να διερευνήσω, είναι το εάν ο κόσμος, οι εκατοντάδες άνθρωποι που καθημερινά μας κυκλώνουν και μας καλούν να γνέψουμε συγκαταβατικά το κεφάλι αποδεχόμενοι τις πάσης φύσεως ορέξεις τους, είναι κάτι το οποίο οφείλει ένας στοχαζόμενος άνθρωπος να αποδεχτεί ή να απορρίψει.
Ο καλός μου φίλος χτες, αποκάλεσε τον εαυτό του μισάνθρωπο. Και όταν τον ρώτησα γιατί αυτοχαρακτηρίζεται με τη λέξη αυτή, η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: "Διότι στα μάτια μου αντανακλά η κρεατώδης λογική τους. Λιπίδια με αίμα είναι. Ιός ο άνθρωπος αγαπητέ. Εξαντλεί τις πηγές, πολλαπλασιάζεται και μεταναστεύει". Ομολογώ ότι εξαρχής ξαφνιάστηκα με από την απάντηση αυτή. Προς στιγμήν σκέφτηκα ότι ίσως υπερβάλει. Και σίγουρα σε κάποιο βαθμό υπερέβαλε. Αλλά η αλήθεια είναι ότι αναλογιζόμενος το ζήτημα καλύτερα και λίγο πιο ορθολογικά, συνηδειτοποίησα ότι υπό προϋποθέσεις και σε κάποιες περιπτώσεις ανθρώπων η περιγραφή αυτή είναι απολύτως ακριβής και ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει για τον εαυτό τους. Σε κάθε τομέα της ζωής σου, σε κάθε σου δραστηριότητα συναντάς ανθρώπους οι οποίοι εποφθαλμιούν και εύχονται να αποτύχεις, να συνθλιβείς, να μην αντέξεις. Να καταρεύσεις και αυτοί να είναι εκεί, να απολαύσουν το θέαμα της συντριβής σου, να διασκεδάσουν με την πτώση σου. Να σταθούν με χαιρέκακη διάθεση στο Κολοσσαίο της σύγχρονης λυσασμένης κατάστασης και σαν το μεθυσμένο για αίμα ρωμαϊκό κοινό να απολαύσουν την πτώση σου στην αρένα της ζωής. Και να πανηγυρίσουν την ήττα σου.
"Άνθρωποι και όντα υστερόβουλα/ όλα στο συμφέρον τους υπόδουλα/ όλοι στηλιτεύουν κι εκβιάζουνε/ εύσημα στο τίποτα μοιράζουνε", λένε οι στίχοι ενός ανήσυχου τραγουδιού. Και πράγματι. Νομίζω ότι ζούμε σε μια κοινωνία που αφθονεί ο φθόνος. Σε κάθε στιγμή ο καθένας πολεμά τον άλλον. Παράσιτα που απλώς επιβιώνουν, θέλουν όσο τίποτα άλλο να με πνίξουν. Να με ποδοπατήσουν. Να υποτιμήσουν αυτό που είμαι, αυτό που κάνω, αυτό που θέλω. Γιατί απλά εγώ δεν θέλω μόνο να επιβιώνω. Θέλω να υπάρχω. Θέλω να πετυχαίνω παντού. Να νικάω παντού. Και να μαθαίνω από τα λάθη μου χωρίς να μετανιώνω γι' αυτά και χωρίς να απολογούμαι σε κανέναν για αυτά.
Καταγγέλω αυτήν την κοινωνία της αλληλοσφαγής. Της άθλιας κατανάλωσης. Των σάπιων θεμελίων. Των αποτυχημένων αντανακλαστικών. Την άμετρη. Τη ζηλοφθόνα. Αρνούμαι να ζω σε έναν κόσμο που ο καθένας επιθυμεί να αποτύχω. Αρνούμαι να υποκύπτω. Αρνούμαι να συμφωνώ για να μην τους βρω αντιμέτωπους. Θέλω να τους βρω αντιμέτωπους. Για να επικρατήσω. Για να υπάρξω. Γιατί "πρώτα προσπαθούν να σε αγνοήσουν, μετά να σε γελοιοποιήσουν, μετά να σε πολεμήσουν και μετά τους νικάς", όπως έλεγε κάποιος ο οποίος και θέλησε, και τους βρήκε όλους αντιμέτωπους, και έζησε για πάντα στη μνήμη και στην ιστορία όλων. Ο Μαχάτμα Γκάντι.

16 Σεπ 2008

ΜΕΤΡΙΟΦΡΟΣΥΝΕΣ...

Αναλογιζόμενος χθες διάφορα πράγματα,στάθηκα για κάποιες στιγμές στο τζάμι της πόρτας του σπιτιού, στο μικρό χωριό που έχω διοριστεί. Έβρεχε καταρρακτωδώς. Για την ακρίβεια, μπορώ να πω ότι ήταν μία από τις πιο δυνατές και έντονες μπόρες που έχω ζήσει και η οποία μάλιστα συνδυάστηκε με ένα εξαιρετικά πυκνό και αρκετά μεγάλο σε μέγεθος χαλάζι.
Κοιτούσα έξω. Έβλεπα τη δυνατή βροχή να πέφτει, να μαστιγώνει σαδιστικά τα μικρά δρομάκια τα οποία σε λίγα κιόλας λεπτά είχαν μετατραπεί σε αρκετά επικίνδυνους για τους ελάχιστους περαστικούς χειμάρρους. Ο κίνδυνος πλημμύρας ήταν ορατός αλλά για έναν παράξενο λόγο ακόμα και αυτό το ενδεχόμενο δεν έδειχνε ικανό να με τρομάξει. Ένιωθα μια ατέρμονη ηρεμία. Σκεφτόμουν την περυσινή ασέλγεια που είχε διαπράξει ο άνθρωπος στη φύση της Ηλείας, με την απέραντη καταστροφή από τις πυρκαγιές, και τώρα απλώς ανέμενα καρτερικά τη δίκαιη απάντηση και ανταπόδωση από τη φύση. Έναν χρόνο μετά τις πυρκαγιές που κατέστρεψαν την ιερή αυτή γη, το ενδεχόμενο να πνιγούν κάποιοι άνθρωποι από τις πλημμύρες δεν μου φαινόταν και τόσο άδικο. Ακόμα ακόμα και αν εγώ ο ίδιος επρόκειτο να είμαι ανάμεσα σε αυτούς που θα καλούνταν να πληρώσουν το τίμημα.
Έβλεπα τη δυνατή βροχή να πέφτει και η αναμενόμενη μελαγχολία που,θέλοντας και μη, γεννιέται στην καρδιά του καθενός σε παρόμοιες περιπτώσεις, συντρόφευε τις μύριες σκέψεις που τριγύριζαν στο μυαλό μου. Αυτό που σκεφτόμουν, κυρίως, είναι το πόσο υποκριτική είναι η σημερινή μας κοινωνία η οποία κατά κάποιο τρόπο και σε ένα μεγάλο βαθμό επιβάλλει στους ανθρώπους να ομολογούν στις περισσότερες των περιπτώσεων, με ύφος άκρως ταπεινολογικό, ότι σε κάποιο ή κάποια θέματα κάνουν λάθος, ότι θα πρέπει να μετανιώσουν γι’αυτό και ότι εν ολίγοις δεν αξίζουν και πολλά πράγματα ως άτομα και προσωπικότητες. Πραγματικά επαναστατώ όταν συναντώ ανθρώπους οι οποίοι με την αυτοπεποίθηση στο ναδίρ, λυγισμένοι από το βάρος μιας πιθανής αποτυχίας σε κάτι,λαμβάνουν το ύφος του δήθεν ταπεινού και ομολογούν ότι δεν έχουν την ικανότητα και τη δυνατότητα να πετύχουν το στόχο τους. Και αναρρωτιέμαι γιατί να συμβαίνει αυτό άραγε; Γιατί θα πρέπει σήμερα σώνει και καλά να ομολογήσω ότι είμαι λάθος; Ποιος είναι αυτός που μου απαγορεύει το να μην κάνω λάθος; Ε, όχι, λοιπόν εγώ ομολογώ ότι είμαι σωστός.
Συζητώντας με μία συνάδελφο, πριν από μερικές ημέρες, ένιωσα πραγματικά έκπληξη όταν με ένα έκδηλα αγωνιώδες ύφος μου είπε: "πωπώ! τελείως άχρηστοι είμαστε οι σημερινοί δάσκαλοι!". Ένιωσα έκπληκτος και συγχρόνως ανήσυχος. Αν είναι δυνατόν ένας νέος άνθρωπος να έχει μια τέτοια γνώμη για τον εαυτό του, πάνω ακριβώς στην πιο δημιουργική φάση της ζωής του. Αντέδρασα και το ερώτημα που της έθεσα ήταν το γιατί στη σημερινή εποχή θα πρέπει να ομολογούμε θέλοντας και μη την ανικανότητά μας. Και στο κάτω - κάτω, γιατί θα πρέπει να γενικεύουμε και να λέμε ότι όλοι εμείς οι νέοι άνθρωποι είμαστε άχρηστοι, είμαστε ανίκανοι, είμαστε άσχετοι; Εγώ, πάντως, αρνούμαι να έχω μια τέτοια εικόνα για τον εαυτό μου. Και αυτό που με προβληματίζει και με κάνει να επαναστατώ είναι το γιατί θα πρέπει σήμερα, στην άμετρη κοινωνία που υπάρχουμε, να θεωρείται προτέρημα για κάποιον το να διατηρεί "χαμηλό προφίλ" και να ταπεινολογεί, ενώ αντίθετα να χαρακτηρίζεται ως "αλαζόνας" και διάφορα τέτοια επίθετα αυτός που πιστεύει ότι, ναι ρε γαμώτο, δεν είμαι αδύναμος, έχω δυνατότητες και μάλιστα πολλές, ελέγχω τη ζωή μου και τις καταστάσεις που την περιβάλλουν, είμαι δυνατός και ικανός για πολλά.
Δεν γνωρίζω αν και πότε θα κατορθώσω να βρω απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Πιθανόν να κατηγορηθώ ή μάλλον να εξακολουθήσω να δέχομαι κατηγορίες ότι είμαι εγωιστής, ότι είμαι "ψώνιο" και διάφορα όμορφα και καλά. Νομίζω, πάντως, ότι δεν με απασχολεί. Γενικότερα είμαι υπέρ της άποψης ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να προσπαθεί συνεχώς να προοδεύει, σε κάθε τομέα και φάση της ζωής του και, μάλιστα, να είναι και υπερήφανος για αυτό. Να νιώθει βαθιά μέσα του ότι αξίζει, ότι έχει δυνατότητες, ότι μπορεί να πετύχει πολλά. Ακόμα και αν αρχίσει από τα λίγα και απλά. "Μην ελπίζεις στην ουτοπική Πολιτεία του Πλάτωνα. Ας αρκείσαι και στο μικρότερο βήμα που θα κάνεις προς τα εμπρός και να σκέφτεσαι ότι ακόμα κι αυτό το αποτέλεσμα δεν είναι ασήμαντο", έγραφε ο περίφημος στωικός Μάρκος Αυρήλιος, ο φιλόσοφος αυτοκράτορας της Ρώμης. Και πραγματικά. Νομίζω ότι θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, θα γίνει καλύτερος ο κόσμος μας εάν όλοι μας αγαπήσουμε τον εαυτό μας λίγο περισσότερο. Εάν εκτιμήσουμε όπως πρέπει τις αδιαμφισβήτητες δυνατότητές μας. Εάν δώσουμε λίγη αξία στην αξία μας. Όλοι μας το έχουμε ανάγκη...

9 Σεπ 2008

ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Με την ευκαιρία της συνομιλίας που είχα χθες με μία φίλη μου αναφορικά με το ζήτημα της ζωής και του θανάτου,του σκοπού της ύπαρξης και της ζωής του ανθρώπου,του σκοπού της ύπαρξης του κόσμου και πολλών άλλων παρόμοιων αρκετά σημαντικών υπαρξιακών θεμάτων,αποφάσισα σήμερα να ασχοηθώ για λίγο με το ζήτημα αυτό:υπάρχει απάντηση στο τί είναι η ζωή;υπάρχει απάντηση στο τί είναι ο θάνατος;

Εντελώς συμπτωματικά σήμερα διάβασα μια επιστολή του ένδοξου ανδρός της ύστερης ελληνικής αρχαιότητας,του περίφημου Απολλώνιου Τυανέα.Ο νεοπυθαγόρειος αυτός φιλόσοφος έδρασε στην Καππαδοκία,πιθανότατα μεταξύ του τέλους του 1ου και των αρχών του 2ου αιώνα μ.Χ. Σε αυτόν αποδίδονται τα έργα "Πυθαγόρου βίος" και "Περί θυσιών" (βλ. Σουίδα).Τη φήμη του,πάντως,την οφείλει σε ένα τεράστιο βαθμό στον ρήτορα Φιλόστρατο ο οποίος δύο αιώνες αργότερα έγραψε το περίφημο έργο "Απολλώνιου Τυανέος βίος".Μέσα από τον Φιλόστρατο αντλούμε τις όποιες πληροφορίες έχουμε για τον περίφημο αυτό άνδρα.Θα ασχοληθώ σε άλλο μου κείμενο ακόμα πιο αναλυτικά για τον Απολλώνιο.Επί του παρόντος,αυτό που με ενδιαφέρει είναι να παραθέσω την σωζόμενη επιστολή την οποία έγραψε προς τον Ρωμαίο διοικητή Βαλέριο λίγο μετά το θάνατο του γιου του.Στην επιστολή αυτή ο Απολλώνιος αναλύει με έναν υπέροχο τρόπο τη δική του άποψη για τη ζωή και το θάνατο:

"Θάνατος δεν υπάρχει για κανέναν παρά μόνο φαινομενικά, ούτε γένεση υπάρχει για κανέναν παρά μόνο φαινομενικά. Η τροπή της ουσίας σε φύση θεωρείται γένεση, ενώ η τροπή της φύσεως σε ουσία κατά τα αυτά θεωρείται θάνατος. Ούτε γεννιέται αληθινά κάτι ούτε φθείρεται ποτέ, μόνο τη μία γίνεται φανερό και ύστερα γίνεται αόρατο. Και το μεν πρώτο συμβαίνει λόγω παχύτητας της ύλης, το δε δεύτερο λόγω λεπτότητας της ουσίας, η οποία είναι πάντα ίδια και διαφέρει κατά την κίνηση και την στάση. Διότι αυτό είναι αναγκαστικά το ίδιον της μεταβολής, που δεν γίνεται από κάπου έξω, αλλά το μεν όλον μεταβάλλεται στα μέρη, τα δε μέρη στο όλον, λόγω της ενότητας του Παντός".

Νομίζω ότι το ύφος και η φιλολογική κατάρτιση της επιστολής είναι πραγματικά πανέμορφα.Απλός και κατανοητός ο Απολλώνιος,κατορθώνει με λιτό τρόπο να εισχωρήσει στην ουσία του θέματος και να καταδείξει ότι αυτό που ονομάζουμε ζωή δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα παραπάνω παρά μόνο το γεγονός της μετατροπής μιας ουσίας,μιας ύπαρξης σε φύση.Κάτι αποκτά υλική υπόσταση.Ή μάλλον κάτι που προϋπήρχε αποκτά υλική υπόσταση.Αντιθέτως,όταν αυτό το κάτι επιστρέψει στην πρότερη κατάστασή του,αυτό είναι στην ουσία ο θάνατος.Τα πάντα είναι μία συνεχής κίνηση.Το "τα πάντα ρει" νιώθω αυτή τη στιγμή να δονεί το είναι μου.Αμφιβάλλω αν κατόρθωσε ποτέ κανείς με τέσσερις συλλαβές να αποδώσει τόσο έξοχα και συνάμα τόσο λιτά και περιγραφικά το λόγο που ο κόσμος γύρω μας εξακολουθεί να μας περιβάλλει.Ο Ηράκλειτος είναι ο μοναδικός που τα κατάφερε.

"Θάνατος δεν υπάρχει,παρά μόνο φαινομενικά",επανέρχομαι στην επιστολή του Απολλώνιου.Πραγματικά,δεν βρίσκω λόγια για να κατορθώσω να εκφράσω αυτά τα συναισθήματα που με πλημμυρίζουν αυτή τη στιγμή.Συναισθήματα ελπίδας,συναισθήματα αγαλλίασης ότι,πραγματικά,ναι αξίζει να ζούμε.Αξίζει να ζούμε σ'αυτόν τον κόσμο,αξίζει να υπάρχουμε,έχουμε λόγο να είμαστε εδώ.Είμαστε εδώ γιατί κάπου πρέπει να επιστρέψουμε.Είμαστε εδώ και κάποια μέρα θα επιστρέψουμε στην αιωνιότητα,θα επιστρέψουμε στην ύλη,θα γίνουμε ένα με τον κόσμο αυτόν,θα γίνουμε ένα με την ίδια μας την ύπαρξη.Θα επιστρέψουμε σε μας.

"Θάνατος δεν υπάρχει,παρά μόνο φαινομενικά".Έτσι,τόσο απλά και υπέροχα το έθεσε κάποτε εκείνος ο περίφημος άνδρας που είχε ως κόσμημα τη φιλοσοφία.Και νιώθω ότι έτσι είναι.Τίποτα δεν μπορεί να τελειώσει για πάντα.Θα υπάρχουμε για πάντα.Θα είμαστε για πάντα ένα τμήμα αυτού του κόσμου.Έστω κι ως ύλη,ως απλή ουσία θα υπάρχουμε.Δεν υπάρχει φθορά και τέλος,λέει ο Απολλώνιος.Τίποτα δεν τελειώνει.Απλώς γίνεται αόρατο.Απλώς δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις.Κι αυτό απλώς εξακολουθεί να υπάρχει.

Τελειώνω για σήμερα.Απλώς φιλοσοφώ,υπάρχω και αισθάνομαι ότι θα εξακολουθώ να υπάρχω.Ακόμα κι όταν πάψω να "υπάρχω".

Σ'ευχαριστώ Απολλώνιε...

6 Σεπ 2008

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ...ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Ενθυμούμενος μία, κατά κάποιον τρόπο, φιλοσοφική συζήτηση που είχα προ καιρού με έναν φίλο σχετικά με την ύπαρξη ή όχι τέλος πάντων της πολυσυζητημένης «μετά θάνατον ζωής», αποφάσισα σήμερα να γράψω ένα μικρό κείμενο για το θέμα αυτό.

Προσωπικά θεωρώ μάταιο και ολοκληρωτικό χάσιμο χρόνου το να ανησυχεί κανείς για την ύπαρξη ή όχι κάποιου είδους μεταθανάτιας ζωής. Νομίζω ότι δεν ωφελεί σε τίποτα η αναζήτηση του τι υπάρχει μετά το τέλος του ανθρώπου αλλά μάλλον είναι και επιζήμια μια τέτοια έρευνα. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει πουθενά μια σίγουρη άποψη, μια άποψη που να φαίνεται κάπως εύκολη στο να γίνει αποδεκτή. Φυσικά, δεν συζητάω για θεωρίες στις οποίες να υπάρχουν αποδείξεις για τον απλούστατο λόγο ότι το μοναδικό πράγμα που δεν θα μπορέσει να αποδείξει ποτέ ο άνθρωπος είναι η ύπαρξη ή όχι μιας μεταθανάτιας κατάστασης. Προτρέπω τους πάντες να ερευνήσουν και να ασχοληθούν με την αναζήτηση των πάντων: με το τι είναι ο θεός, αν υπάρχει ή όχι ψυχή κτλ. Κι αυτό γιατί κάθε θρησκεία, κάθε φιλοσοφικό ρεύμα μπορεί να μην έχουν απτές αποδείξεις αλλά τουλάχιστον έχουν μα ξεκαθαρισμένη άποψη για τις θέσεις τους – έστω κι αν αυτή αμφισβητείται και μάλιστα αρκετές φορές έντονα.Ωστόσο, σχετικά με το ζήτημα της μετά θάνατον ζωής, η κάθε πλευρά λέει τα δικά της και το χειρότερο όλων είναι πως η κάθε θεωρία είναι θολή και συγκεχυμένη ή το ακριβώς αντίθετο: είναι τόσο απλή που καταντά φαιδρή και ο κάθε σοβαρός άνθρωπος την απορρίπτει ευθύς εξαρχής. Πιο μεγάλο παράδειγμα από τις αστειότητες του μωαμεθανισμού, που πιστεύει ότι στον παράδεισο οι καλοί θα τρώνε πιλάφι, δεν υπάρχει. Αλλά και ο χριστιανισμός, στην πραγματικότητα, έχει ασαφή θέση γύρω από αυτό το θέμα αν και ο βασικότερος λόγος για τον οποίο υπερίσχυσε είναι το ότι στηρίχτηκε – όσο καμία άλλη θρησκεία – στις διακηρύξεις των ανθρώπων του για τη μετά θάνατον ζωή.Για τους χριστιανούς ο παράδεισος και η κόλαση θα ανοίξουν τις πύλες τους μετά τη δεύτερη παρουσία του Χριστού. Μέχρι να γίνει η δεύτερη παρουσία οι γνώμες για το που βρίσκονται οι ανθρώπινες ψυχές ποικίλουν. Άλλοι λένε ότι βρίσκονται στον Άδη, άλλοι ότι περιφέρονται κάπου και άλλοι τολμούν να ισχυριστούν ότι οι ψυχές των νεκρών κυκλοφορούν ανάμεσά μας! Χώρια που η εκκλησία με τις διακηρύξεις της περί της σωτηρίας του ανθρώπου δείχνει να αδιαφορεί γι’ αυτούς που έζησαν πριν το Χριστό ή γι’ αυτούς που αν και έζησαν μετά από αυτόν δεν γνώρισαν το «σωτήριο» κήρυγμά του. Πού θα πάνε αυτοί; Στον παράδεισο ή στην κόλαση;Οι χριστιανικές απαντήσεις δεν είναι καθόλου πειστικές. Για τους ανθρώπους που έζησαν πριν το κήρυγμα του Ιησού η εκκλησία λέει τα εξής: κατά τις τρεις μέρες που ο Χριστός παρέμεινε στον τάφο, βρέθηκε στον Άδη και κήρυξε. Εκεί, όσοι νεκροί τον πίστεψαν, σώθηκαν. Η απάντηση αυτή, φυσικά, δεν είναι ικανή να πείσει ούτε έναν άνθρωπο ο οποίος να έχει μέσα του έστω και μερικές, ελάχιστες σταγόνες σκεπτικισμού. Πότε πρόλαβε ο Χριστός μέσα σε λίγες ώρες να προσελκύσει δισεκατομμύρια ψυχές, να τους διδάξει το λόγο του και – κυρίως – να τους κάνει να τον πιστέψουν όταν του χρειάστηκε τρία χρόνια για να διδάξει μόνο στο Ισραήλ (και, μάλιστα, όχι σε όλον τον πληθυσμό) και στο τέλος να μην τον πιστέψουν πάνω από εκατό άτομα το πολύ (κι από αυτούς ελάχιστοι αποδέχτηκαν πλήρως τα λεγόμενά του); Ας δούμε και το δεύτερο ερώτημα που διατύπωσα:: τι γίνεται με αυτούς που έζησαν μεν μετά το Χριστό αλλά δεν τους μίλησε ποτέ κανείς για αυτόν; Η εκκλησία απαντά: οι άνθρωποι αυτοί θα κριθούν σύμφωνα με τα έργα τους και τη συνείδησή τους. Εάν έπραξαν καλώς, θα σωθούν. Ούτε, όμως, κι αυτή η απάντηση μπορεί να πείσει κάποιον εκτός ίσως από κάποιες καλοκάγαθες γριούλες. Δηλαδή, ποιες είναι οι καλές και οι κατά συνείδηση σωστές πράξεις; Υπάρχει, ή είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει αληθινό και αντικειμενικό κριτήριο του τι είναι καλό; Για τους ανθρωποφάγους δεν είναι ηθικό και ένδοξη πράξη αρετής το να τρώνε ανθρώπους; Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, που εκδίωξαν τους χριστιανούς, δεν έκαναν κάτι ηθικό (γι’ αυτούς και το λαό τους);); Δεν έπραξαν σύμφωνα με τη συνείδησή τους για να προστατεύσουν τη θρησκεία των πατέρων τους και να σώσουν το κράτος τους; Επομένως, γιατί οι χριστιανοί, ακόμα και σήμερα, τους μισούν; Με την παραπάνω λογική της ίδιας της εκκλησίας ο Διοκλητιανός, ο Δέκιος και οι άλλοι («τα ανθρωπόμορφα τέρατα») θα πρέπει να πάνε στον παράδεισο.

Μυστήρια και σκοτεινά πράγματα. Ουδείς πρόκειται να με πείσει ότι η άποψή του για τη μεταθανάτια ζωή είναι σωστή για τον απλό λόγο ότι και ο ίδιος δεν έχει μια ξεκάθαρη και κρυστάλλινη άποψη για το θέμα (κάποτε, ένας αγαπημένος μου συγγενής, απλοϊκός χωρικός, είπε σε μια συζήτηση: σάμπως και πήγε ποτέ κανένας στον άλλο κόσμο και γύρισε να μας πει τι είδε; Βρήκα την ερώτησή του εξαιρετικά σοβαρή μέσα στην απλότητά της). Δεν αποκλείω την ύπαρξη μιας μετά θάνατον κατάστασης. Δεν μπορώ να την αποκλείσω. Μπορώ, όμως, να είμαι σίγουρος ότι η μεταθανάτια αυτή ζωή (όποιας μορφής κι αν είναι) δεν μπορεί να αποτελεί επιβράβευση ή καταδίκη για τη στάση του ανθρώπου στην επίγεια ζωή του. Αν είναι έτσι, τότε προβλέπω ότι η κόλαση θα είναι γεμάτη με παπάδες, επισκόπους και λοιπούς θεομπαίχτες και ο παράδεισος θα είναι προικισμένος με τον Καζαντζάκη, το Γαλιλαίο και άλλα λαμπρά πνεύματα που πήγαν την ανθρωπότητα ένα βήμα πιο μπροστά και κάποιοι έστειλαν στην πυρά για να τα στείλουν μια ώρα ταχύτερα στην κόλαση…

5 Σεπ 2008

Η ΦΙΛΙΑ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ

Την ιδιαίτερα ταραχώδη κι άσχημη για μένα περίοδο που για έναν εντελώς σκοτεινό και αδιευκρίνιστο λόγο είχα υποχρεωθεί να «υπηρετήσω την πατρίδα», σημαντικό πολύ για μένα στάθηκε το γεγονός ότι κατόρθωσα να διατηρήσω την επικοινωνία με έναν εκλεκτό μου φίλο με τον οποίο μάλιστα κατορθώσαμε να διατηρήσουμε σε αρκετά υψηλό επίπεδο τη σχέση φιλίας μας παρά τις πάρα πολλές αντιξοότητες που υπήρχαν. Μέσα από την επαφή μας, η οποία συνεχίστηκε αμείωτη και τους 9 μήνες που βρισκόμουν αιχμάλωτος «μυαλών σαλταρισμένων», μπορέσαμε να διατηρήσουμε και οι δύο την κριτική μας ικανότητα σε καλό επίπεδο ενώ παράλληλα και με τη συγγραφή μικρών κειμένων τα οποία στη συνέχεια έστελνε ο ένας στον άλλον με e-mail βρήκαμε και κάτι θετικό και εποικοδομητικό να ασχοληθούμε κατά τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ακριβώς στο σημαντικό, ιδίως για τη σημερινή εποχή, ζήτημα της φιλίας μεταξύ των ανθρώπων θα ήθελα να ασχοληθώ έστω και εν συντομία στο σημερινό μου κείμενο. Μπορεί να υπάρξει φιλία ή για την ακρίβεια πραγματική φιλία στο σημερινό κυκεώνα που έχει περιέλθει ο κόσμος μας; Στη σημερινή ωφελιμιστική κοινωνία, την κοινωνία του συμφέροντος και της απληστίας, του εγωκεντρισμού και του άκρατου ατομισμού, είναι δυνατόν να κατορθώσουν δύο ή και περισσότεροι άνθρωποι να δημιουργήσουν και, κυρίως, να διατηρήσουν αναλλοίωτη στο χρόνο μια αληθινή φιλία; Μια φιλία που δεν θα χωρά συμφέρον, δόλο, κακεντρέχεια, υποκρισία και ατομισμό;

Νομίζω πως το κυριότερο πρόβλημα το οποίο εντοπίζεται σε μια σχέση φιλίας στις μέρες μας είναι η υποκρισία. Και είμαι εντελώς κατηγορηματικός στην άποψή μου αυτή. Η υποκρισία η οποία απλώνει τις ρίζες της πολύ βαθιά στο υπέδαφος της σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων, την αναταράζει και τελικά γίνεται δέντρο το οποίο φαντάζει αδύνατον να κοπεί. Οι σημερινοί άνθρωποι αρέσκονται σε αμοιβαίες φιλοφρονήσεις ο ένας προς τον άλλον, όταν βρίσκονται και συζητούν στο ίδιο περιβάλλον, ενώ παράλληλα επιτίθενται με τον πιο λυσσαλέο τρόπο ο ένας στον άλλον όταν βρίσκονται μακριά. Τα «λόγια πίσω από την πλάτη» είναι αυτά που έχουν την τιμητική τους σήμερα στις περισσότερες ανθρώπινες σχέσεις. Αυτά είναι που εντέλει καταστρέφουν τις σχέσεις.

Είναι πραγματικά ευτύχημα να υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που καταφέρνουν να ξεφεύγουν, να δραπετεύουν από αυτή την αρρωστημένη κατάσταση που ταράζει την εποχή μας και που θέλει τον καθένα να λέει όμορφα, πλην, όμως, ψεύτικα λόγια στον άλλο. Το συγκεκριμένο φαινόμενο, βεβαίως, δεν αποτελεί γνώρισμα μόνο μεταξύ «φίλων» αλλά είναι κάτι που κάνει την εμφάνισή του σε όλες τις ανθρώπινες επαφές και σχέσεις. Παντού, σε κάθε τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή, σε κάθε άρθρο κριτικής στις εφημερίδες, ο καθένας μετατρέπεται σε έναν φτηνό και ακαλαίσθητο κόλακα του συστήματος και τα βρίσκει «όλα τέλεια». Από παντού ακούς «τέλειος ο Σάκης», «τέλεια η Δέσποινα», «εκπληκτική η Πέγκυ» και, βεβαίως, μυριάδες άλλα. Γενικότερα, έχουμε όλοι ως κοινωνία περιέλθει σε μια κατάσταση που όλα πρέπει να κρίνονται «καλώς».

Νομίζω πως όλοι μας οφείλουμε, για το καλό τόσο το δικό μας όσο και όλων, να προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε σχέσεις φιλίας βασιζόμενες σε υγιείς και στέρεες βάσεις. Και οι υγιείς και στέρεες βάσεις είναι μόνο οι βάσεις αλήθειας και εμπιστοσύνης. Εκείνες που τις χαρακτηρίζει η ειλικρίνεια, η καλόπιστη κριτική και η αμεσότητα.

Θεωρώ πως πρέπει να εκτιμήσουμε περισσότερο αυτόν που θα μας απευθυνθεί και θα μας πει «Κώστα, Νίκο, Γιώργο αυτό που είπες είναι πέρα για πέρα βλακώδες» παρά εάν μας πει – για κάτι όντως βλακώδες – «φίλε, αυτό που είπες είναι πραγματικά σπουδαίο»…

Άλλωστε και η Ιστορία αυτό μας διδάσκει. Ο φιλέλληνας και φιλόμουσος αυτοκράτορας της Ρώμης ,Νέρωνας ,αυτόν που η αυτοαποκαλούμενη "θρησκεία της αγάπης", ο χριστιανισμός δηλαδή, θεωρεί ως ανθρωπόμορφο τέρας και πιστεύει ακράδαντα ότι "καίγεται στην κόλαση", θεωρούσε ως καλύτερο φίλο του φροντίζοντας ,μάλιστα, να τον έχει σε κάθε συμπόσιο ακριβώς δίπλα του, τον Πετρώνιο. Ο Πετρώνιος ,λοιπόν, ποτέ μα ποτέ ,ούτε μια φορά, δεν είχε επιδοκιμάσει έστω κι ένα από τα ποιήματα του Νέρωνα. Πάντοτε ανακάλυπτε σε αυτά λάθη, σφάλματα και παραλείψεις και πάντοτε παρέτρεπε το Νέρωνα να τα κάψει στη φωτιά και να τα ξαναγράψει από την αρχή. Εκατοντάδες ποιήματα και συνθέσεις έκαψε ο Νέρωνας, παρουσία αυλικών του, μόνο και μόνο επειδή του το πρότεινε ο Πετρώνιος. Ο καλύτερός του φίλος...Νομίζω ότι οι αντιστοιχίες κατανοούνται…

4 Σεπ 2008

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Πολύς διάλογος έχει γίνει τα τελευταία δύο περίπου χρόνια για το θέμα της ελληνικής ιστορίας, τα ιστορικά αίτια πολλών καταστάσεων του ελληνικού έθνους και γενικότερα σχετικά με το ζήτημα του ορθού τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας στους σύγχρονους νεοέλληνες. Με το θέμα αυτό, το πραγματικά τόσο σοβαρό και κρίσιμο, θα επιχειρήσω να ασχοληθώ στις παρακάτω γραμμές, αποσκοπώντας κυρίως στο να εξετάσω δύο πράγματα: πρώτον, το γιατί είναι τελικά τόσο σημαντικό να διδαχθεί η ιστορία αντικειμενικά και με ακρίβεια και, δεύτερον, το ποια είναι η στάση των γειτονικών με εμάς λαών απέναντι στη δική τους ιστορία. Κι αυτό γιατί θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε όλοι ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι τόσο το εάν και κατά πόσο ένας λαός διδάσκεται την ιστορία του, όσο κυρίως το πώς την διδάσκεται. Γιατί ο τρόπος διδασκαλίας της ιστορίας είναι αυτός που, κατά τη γνώμη μου, διαμορφώνει την ιστορική συνείδηση ενός λαού και του υποδεικνύει τη συμπεριφορά που θα πρέπει να έχει απέναντι στους άλλους λαούς και στους άλλους πολιτισμούς.

Ξεκινώντας, έκρινα σκόπιμο να ανατρέξω απευθείας όχι σε κάποιον από τους κορυφαίους Έλληνες ιστορικούς των αρχαίων χρόνων, όπως ο Ηρόδοτος ή ο Θουκυδίδης, αλλά στον Λουκιανό, τον περίφημο Σύρο ελληνιστή της ύστερης αρχαιότητας. Ο Λουκιανός, λοιπόν, ο οποίος καταγόταν από τα Σαμόσατα της Κομμαγηνής και έζησε τον 2ο μ. Χ. αιώνα, είχε γράψει μεταξύ πολλών άλλων και ένα περίφημο δοκίμιο με τίτλο «Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν», δηλαδή «Πώς πρέπει να γράφει κάποιος ιστορία». Γράφει, λοιπόν (παρ. 40): «Αυτό είναι, όπως είπα πριν, το ιδιαίτερο γνώρισμα της ιστορίας: αν κάποιος πρόκειται να πορευθεί την οδό της ιστορικής συγγραφής, μόνο στην αλήθεια οφείλει να θυσιάζει, και για όλα γενικώς τα άλλα παντελώς να αδιαφορεί. Σε γενικές γραμμές ένας είναι ο σωστός πήχης και το μέτρο ακριβείας: να μην αποβλέπει σε αυτούς που τον ακούν τώρα αλλά σε εκείνους που μελλοντικά θα διαβάσουν τα συγγράμματά του. Διότι, αν υπηρετεί τις σκοπιμότητες της παρούσας στιγμής, εύλογα θα συγκαταλεχθεί στην κατηγορία των κολάκων, τους οποίους από παλιά η ιστορική επιστήμη είχε αποστραφεί ευθύς εξ’ αρχής, όπως η γυμναστική αποστρέφεται την καλλωπιστική τέχνη».

Ακόμα και σήμερα τα γραφόμενα του Λουκιανού βρίσκουν απήχηση και φαντάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ. Ειδικά στην ανέκαθεν φλεγόμενη περιοχή των Βαλκανίων, την γλαφυρώς επονομαζόμενη «μπαρουταποθήκη της Ευρώπης», όπου συμβαίνει το εκπληκτικό φαινόμενο ο κάθε λαός να διδάσκεται την ιστορία του με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι τη διδάσκονται οι γείτονές του για αυτόν. Έτσι, για παράδειγμα, όταν επί δεκαετίες ολόκληρες οι Τούρκοι παρουσιάζονταν στα ελληνικά βιβλία ιστορίας ως οι αιμοδιψείς «βάρβαροι της Ανατολής», οι ίδιοι ούτε λίγο ούτε πολύ διδάσκονταν στα σχολεία τους ότι αποτελούν ένα έθνος αρχαιότατο, με άφθαστο πολιτισμό και ότι οι αρχαίοι τους πρόγονοι είναι αυτοί που δημιούργησαν μια κοιτίδα γνώσης και σοφίας στην ανατολική πλευρά της Μεσογείου. Ακόμα και σήμερα (για την ακρίβεια: σήμερα ακόμα περισσότερο), αποτελεί παγιωμένη ιστορική συνείδηση στους νεαρούς μορφωμένους Τούρκους ότι ο Μινωικός και ο Μυκηναϊκός πολιτισμός αποτελούν δημιουργήματα ανθρώπων τουρκικής καταγωγής. Κι όλα αυτά, βεβαίως, χάρη στην «Ταρίχ», την επίσημη (από το 1932) τουρκική ιστορία η οποία εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη υπό την καθοδήγηση του Κεμάλ και έκτοτε έχει αναλάβει τη διάπλαση και διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης της τουρκικής νεολαίας.

Αυτό, όμως, που με ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι το τι γίνεται σε μας. Για την ακρίβεια, ίσως, το τι θα έπρεπε να γίνεται σε μας. Η αλήθεια είναι πως για μια σειρά από αδιευκρίνιστους και σκοτεινούς έως ύποπτης φύσεως λόγους επιχειρείται συνεχώς μια υποβάθμιση της ελληνικής ιστορίας, από τη μία πλευρά, ενώ από την άλλη αφθονούν και εκείνοι που επωμιζόμενοι αυθαίρετα το ρόλο του «εθνοσωτήρα» επιχειρούν εδώ και πάρα πολλά χρόνια να ταυτιστούν με την πορεία του ελληνικού έθνους στο χρόνο και να καπηλευθούν τις όποιες ευχάριστες ιστορικές στιγμές του. Ταυτόχρονα, ισχυρίζονται ότι ακόμα και στις δύσκολες στιγμές βρίσκονταν στο πλευρό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Νομίζω ότι το λάθος της μίας πλευράς αντιστοιχεί στη ζυγαριά με το βάρος του λάθους της άλλης και τέλος πάντων και των δύο οι τακτικές μου φαίνονται τουλάχιστον ωφελιμιστικές. Αυτό που βλέπω είναι ότι η ελληνική ιστορία βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα. Στο στρατόπεδο των υποβαθμιστών της και σε αυτό των δήθεν προστατών οι οποίοι, βεβαίως, επιθυμούν όσο τίποτα άλλο την προβολή. Και το ερώτημα εξακολουθεί να τίθεται αμείλικτο: «πώς θα πρέπει, λοιπόν, να διδάσκεται η ιστορία;»

«Ειλικρινά ανησυχώ», γράφει ο σπουδαίος σύγχρονος Έλληνας ιστορικός Σαράντος Καργάκος, «για τον κατήφορο των ελληνικών ιστορικών σπουδών. Από τη μία γράφονται βιβλία ακατάληπτα και βιβλία καταληπτά αλλά με ανθελληνική διάσταση, και από την άλλη βιβλία υπερελληνικά (…) στα επίσημα βιβλία με τα οποία μορφώνεται η νεολαία, η ελληνική ιστορία αφανίζεται. Στα σχολεία μας, μεγάλες μορφές και στιγμές σπιλώνονται (…) η ελληνική ιστορία μετατρέπεται σε ένα είδος μοντέρνας μυθολογίας, με άφθονα μαγικά και αστρολογικά στοιχεία»…

Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα είναι όντως ανησυχητικά. Αυτό που προσωπικά με προβληματίζει και με θορυβεί ως δάσκαλο είναι το γεγονός ότι οι μαθητές μου οι οποίοι σε κάποια χρόνια θα έχουν μεγαλώσει, θα βρουν απέναντί τους γείτονες που θα έχουν πλήρη ιστορική συνείδηση (έστω και αν η ιστορική τους εκδοχή θα είναι λανθασμένη). Ενώ αυτοί δεν θα έχουν τίποτα. Θα είναι γυμνοί ιστορικά. Ο Έλληνας του 2040 ή του 2050 δεν θα ξέρει ούτε καν που βρισκόταν ο Μινωικός πολιτισμός. Και δεν θα έχει πρόβλημα να πιστέψει την τουρκική άποψη ότι οι αρχαίοι Κρήτες ήταν τούρκικα φύλα. Δεν θα τολμήσει να φέρει αντίσταση στον Σκοπιανό που μέσα σε ελάχιστα χρόνια απέκτησε ιστορία (ζήτημα το πώς) και θα υποστηρίζει με επίταση ότι η Μακεδονία του ανήκει από αρχαιοτάτων χρόνων. Και θα είναι ανίκανος ο Έλληνας εκείνης της εποχής να αντιδράσει στον Αλβανό που θα επιδιώξει να επεκτείνει τη χώρα του μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο επειδή τάχα τα εδάφη αυτά ανήκαν στους προγόνους του. Και θα είναι ανίκανος επειδή δεν θα ξέρει. Δεν θα γνωρίζει την ιστορία του. Και τότε δεν θα τον πολυενδιαφέρει κιόλας.

«Και τι πρέπει να γίνει λοιπόν;», αναρωτιέμαι εγώ τώρα. Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη αλλά συγχρόνως κρίνεται επιτακτικό το να βρεθεί. Και μάλιστα όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Κυρίως να σταματήσουν οι από πάσα κατεύθυνση πομπώδεις διατυπώσεις και κομπορρημοσύνες. Να σταματήσουν εδώ και τώρα οι διακηρύξεις. Είναι μόνο λόγια, κούφια και χωρίς καμία ουσία. Και πάλι διαβάζω στον Λουκιανό: «Όταν ο Φίλιππος έκανε τη θριαμβευτική του πορεία προς Νότο, οι Κορίνθιοι ταράχθηκαν και όλοι άρχισαν να εργάζονται πυρετωδώς για την απόκρουσή του. Άλλος επισκεύαζε όπλα, άλλος βοηθούσε στο να ανοικοδομηθεί το τείχος, άλλος τοποθετούσε στηρίγματα στις επάλξεις που είχαν καταπέσει, άλλος κατασκεύαζε σκοινιά, άλλος έκανε αυτό κι άλλος εκείνο. Ο Διογένης, βλέποντας όλους να εργάζονται πυρετωδώς αλλά συγχρόνως ο ίδιος να μην συμμετέχει πουθενά, πήρε το πιθάρι του κι άρχισε να το πηγαίνει πάνω – κάτω στο Κράνειον, την αρχαία ακρόπολη της Κορίνθου. Κάποια στιγμή κάποιος τον είδε και απόρησε και τον ρώτησε τι κάνει. Κι εκείνος του απάντησε: «Κυλώ κι εγώ το πιθάρι μου για να μην φαίνομαι ότι τεμπελιάζω ενώ οι άλλοι εργάζονται πυρετωδώς» (παρ. 4-5). Οι άσκοπες, λοιπόν, διακηρύξεις και τα μεγάλα λόγια δεν είναι τίποτα άλλο παρά «κυλίσματα πιθαριού». Αυτό που απαιτείται είναι δράση, επαγρύπνηση και να επανέλθει το μάθημα και η συγγραφή της ιστορίας στη σωστή γραμμή.

Θα ολοκλήρωνα εδώ τη σημερινή δημοσίευση εάν δεν έπεφτε στην αντίληψή μου μια απίστευτη πληροφορία. Την παραθέτω χωρίς να σχολιάσω περαιτέρω: το 2006, δηλαδή πριν από δύο χρόνια, κάποιο ινστιτούτο με την ονομασία «Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη» έθεσε σε κυκλοφορία ένα τετράτομο έργο σχετικά με την ιστορία των βαλκανικών λαών. Το έργο τιτλοφορήθηκε «Εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Νεότερης Ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης». Το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε από τα υπουργεία εξωτερικών των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γερμανίας αλλά και από την αμερικανική οργάνωση USAID και για την συγγραφή του συνεργάστηκαν επιστήμονες από τις βαλκανικές χώρες με τη γενική επιμέλεια να την έχει γνωστή καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοπονήσου. Στο δεύτερο τόμο, με τίτλο «Έθνη και κράτη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», παρατίθεται η άποψη του Τούρκου δόκτορα Ριζά Νουρ ο οποίος δίνει το στίγμα του τουρκικού αυτοπροσδιορισμού. Τον παραθέτω αυτούσιο και τελειώνω για σήμερα: «Το τουρκικό έθνος είναι το πιο ευνοημένο από το Θεό. Ευφυΐα, ηρωισμός, επιστήμη και καλλιτεχνικές ικανότητες του δόθηκαν περισσότερο απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο έθνος. Εμείς είμαστε εκείνοι που, πριν από την εποχή του Χριστού όσο και μετά από αυτήν, δημιουργήσαμε πολιτισμούς και πολιτισμούς σε ολόκληρο το χώρο από τη Σινική Θάλασσα ως τα Βαλκάνια, την Αίγυπτο και το Μαρόκο. Και το κάναμε αυτό χάρη στην αξία αυτού του πολύτιμου κοσμήματός μας, της ικανότητας του τουρκικού αίματος…»

3 Σεπ 2008

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΣΟΦΟΣ

Πριν από αρκετό καιρό, ενώ βρισκόμουν ακόμα φυλακισμένος σε ένα πανάθλιο χώρο βασανισμού της ψυχής μου και του σώματός μου (αυτοί που έχουν πάει φαντάροι ασφαλώς θα κατάλαβαν για ποιο χώρο μιλάω), μου παρουσιάστηκε η ευκαιρία ένα βράδυ να δραπετεύσω από τη φυλακή μου και, έστω και για λίγο, να απολαύσω τη χαρά και όλη εκείνη την ηδονή που δίνει στον αναζητητή άνθρωπο η δυνατότητα μιας συζήτησης για ένα θέμα που καλλιεργεί την ψυχή και το πνεύμα του. Το συγκεκριμένο βράδυ, το οποίο ήταν ένα από τα τελευταία θλιβερά και κρύα βράδια που έζησα για εννέα μήνες, σαν μια ηλιαχτίδα που ξεγελά τους δεσμοφύλακες και δειλά δειλά μπαίνει στο κελί ενός κατάδικου από το σιδηρόφρακτο παράθυρό του, σαν μια τέτοια ηλιαχτίδα λοιπόν ήρθε κοντά μου η συντροφιά ενός άλλου φυλακισμένου νέου ανθρώπου.

Το αντικείμενο της κουβέντας μας και στο οποίο θέλω να σταθώ στο κείμενο αυτό, ήταν η σχέση και η έως ενός σημείου διαφορά μεταξύ του σοφού ανθρώπου και του φιλοσόφου. Θα ομολογήσω ότι αν και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε ήταν ότι ο σοφός είναι ο κατέχων τη σοφία ενώ ο φιλόσοφος είναι ο αγαπών τη σοφία, το θέμα με απασχόλησε έκτοτε για πολύ καιρό και συνεχίζει να με απασχολεί ακόμα και σήμερα. Μα προτού αποτολμήσω να διατυπώσω μια οποιαδήποτε άποψη νομίζω ότι πιο συνετό θα ήταν να επιχειρήσω να ασχοληθώ με το τι είναι τέλος πάντων η φιλοσοφία. Τι είναι αυτό που έχει η φιλοσοφία και εδώ και αρκετό καιρό έχει κατορθώσει να με μαγέψει και προσπαθεί συνεχώς από μόνη της να εισβάλει μέσα μου, να κυριαρχήσει στο είναι μου, να αλλάξει τη συμπεριφορά μου και να ρυθμίσει τον τρόπο σκέψης μου. Και η αλήθεια είναι πως όσο κι αν κάποιες φορές προσπαθώ να ξεφύγω από αυτή με το πρόσχημα ότι δήθεν θέλω να δω τα πράγματα και με άλλο μάτι και όχι μόνο μέσα από τη φιλοσοφική αναζήτηση, πάλι κάνω πίσω, πάλι αναγνωρίζω την ήττα μου γιατί πολύ απλά το άλλο μάτι που θέλω να δω τον κόσμο είναι η ίδια η φιλοσοφία. Αυτή είναι η αρχή και το τέλος της σκέψης μου. Αυτή είναι η αρχή και το τέλος της σκέψης των ανθρώπων.

Ήδη ο Αριστοτέλης, ο πατέρας των πάντων, είναι ξεκάθαρος ότι η φιλοσοφία είναι εκείνη που οδηγεί στη γνώση των πρώτων αρχών και αιτιών. Και, πράγματι, δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει ότι η φιλοσοφία, η τρέλα αυτή που κυριεύει τον αναζητητή άνθρωπο και τον καθιστά ικανό να βλέπει πίσω από τους τοίχους, ξεφεύγει και μάλιστα κατά πολύ από τα όρια του πράττειν και του ποιείν. Η φιλοσοφία δεν γνωρίζει σύνορα, δεν συμβιβάζεται, δεν αντέχει να αντικρίζει δόγματα, άλογα πιστεύω και απλοϊκές πεποιθήσεις ατόμων ανασφαλών. Για το λόγο αυτό και εξαρχής οι φιλόσοφοι ταυτίστηκαν ως ένα σημείο με τους επιστήμονες, με την έννοια ότι όλες σχεδόν οι επιστήμες της αριστοτελικής και έπειτα εποχής (και περισσότερο τα μαθηματικά) αποτελούσαν σημαντικότατη προϋπόθεση για το φιλοσοφικό στοχασμό. Εν ολίγοις, ο φιλόσοφος όφειλε να είναι κάτοχος επιστημονικής παιδείας. Λέγεται, μάλιστα, για τον Ξενοκράτη πως κάποτε έδιωξε κάποιον ο οποίος του ζήτησε να γίνει μαθητής του επειδή δεν γνώριζε μουσική, γεωμετρία και αστρονομία (βλ. Διογένης Λαέρτιος 4,2,10). Ωστόσο, νομίζω, πως ο βαθύτερος και πιο ουσιαστικός ρόλος της φιλοσοφίας είναι η άμεση σύγκρουσή της με το δόγμα. Με την αστήριχτη πίστη. Με την «εξ’ αποκαλύψεως» αλήθεια. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, σε ολόκληρο το πλατωνικό έργο τα μαθηματικά είναι εκείνα που θεωρούνται ως προπαιδεία της φιλοσοφίας. Επειδή ακριβώς τα μαθηματικά θεωρούν και λαμβάνουν ως σωστό μονάχα αυτό που αποδεικνύεται. Αυτό που είναι απτό. Πιο κοντά στη φύση. Πιο κοντά στον ίδιο τον άνθρωπο.

Επανερχόμενος τώρα στο ερώτημα το οποίο διατύπωσα στην αρχή του κειμένου και το οποίο με είχε απασχολήσει εκείνη την κρύα νύχτα στο στρατό και με απασχολεί ακόμα, νομίζω ότι μία αναφορά στον Πυθαγόρα, τον πραγματικό φιλόσοφο του αρχαίου ελληνικού κόσμου, θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη. Ο σπουδαίος αυτός Σάμιος (ήταν κορυφαίος μαθηματικός, κάτι που αποδεικνύει αυτό που λίγο πιο πάνω αναφέρθηκε: ότι η φιλοσοφία έχει πολλές κοινές ρίζες με τη θεμελιώδη αυτή επιστήμη) υπήρξε ο πρώτος ο οποίος πέτυχε μια πλήρη διασαφήνιση των όρων σοφός και φιλόσοφος. Μάλιστα ο ίδιος ονόμασε τον εαυτό του φιλόσοφο. Σύμφωνα με αυτόν, λοιπόν, η έννοια φιλόσοφος είναι μια έννοια που απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους ανθρώπους. Φιλόσοφος είναι ο άνθρωπος «ο σοφίαν ασπαζόμενος», αυτός δηλαδή που αγαπά τη σοφία, τη μόρφωση και τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. Αντιθέτως, η έννοια σοφός απευθύνεται μόνο στους θεούς. «Μονάχα οι θεοί είναι σοφοί», δίδασκε ο Πυθαγόρας. «Οι άνθρωποι, ακόμα και στην καλύτερη στιγμή τους, είναι απλά εραστές της σοφίας». Αυτήν ακριβώς την πυθαγόρεια άποψη εκφράζει πολλούς αιώνες αργότερα σε ένα ωραίο ποίημα ο σπουδαίος – και προσωπικά αγαπημένος – Κωνσταντίνος Καβάφης: «Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα/ Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων…». Δεν ξέρω αν θα πρέπει να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω αν και θα μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ισχυριστώ πως έστω κι ένας άνθρωπος, ειδικά στη σημερινή εποχή, θα ήταν ποτέ δυνατόν να επωμιστεί τον τίτλο του σοφού…

Οδεύοντας προς την ολοκλήρωση του μικρού αυτού κειμένου, πιστεύω πως ίσως θα πρέπει να γίνει και μια αναφορά στο ρόλο του φιλοσόφου στο σύγχρονο κόσμο. Είναι ο φιλόσοφος η μόνη ελπίδα της εξουθενωμένης ανθρωπότητας που απλώς παρακολουθεί ανήμπορη την ολοκλήρωση της πτώσης της στο έλος της πεζότητας; Είναι, όντως, ο φιλόσοφος, το ανήσυχο πνεύμα των καιρών μας, η μοναδική κραυγή αγωνίας και η ασπίδα προστασίας απέναντι στην επερχόμενη λαίλαπα της πνευματικής κατάπτωσης; «Φιλοσοφώ, γυρεύω νόημα σοφό για να σωθώ, και μες στον κόσμο το βουβό φωνάζω, κραυγάζω, με τον τρόπο μου κατονομάζω», τραγουδά ανήσυχος ο Νότης Σφακιανάκης. Αν και θέλω να ταχθώ με την άποψη αυτή που, πράγματι, οραματίζεται το φιλόσοφο ως μία ζωντανή και σθεναρή αντίσταση στις ολοένα και περισσότερες επιβαλλόμενες καταστάσεις ανελευθερίας και «σωστής» συμπεριφοράς, εντούτοις πολύ φοβάμαι ότι ζούμε σε μια εποχή που το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι άλλο: «πού θα βρεθεί ένας φιλόσοφος;»…

2 Σεπ 2008

ΘΥΜΑΤΑ....

Δεν ξέρω γιατί αλλά χθες ένιωσα κάπως πραγματικά περίεργα με το θέαμα που αντίκρισα στους διαδρόμους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ηλείας όπου πήγα για να αναλάβω υπηρεσία ως δάσκαλος, εν ενεργεία, πλέον. Αυτό που θέλω να πω και το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο στοχασμού και περισυλλογής για μένα, είναι το γεγονός ότι είδα σχεδόν εξολοκλήρου όλους τους υποψήφιους νεοδιοριζόμενους δασκάλους, δηλαδή νέα άτομα όπως κι εγώ ηλικίας 22-23 χρονών να συντροφεύονται από τους γονείς τους (μερικοί και από τους δύο) προκειμένου να «τα βγάλουν πέρα» στη γραμματεία της πρωτοβάθμιας! Κι αν εκ πρώτης όψεως το φαινόμενο μπορεί να χαρακτηριστεί «αθώο» ή συνάμα και «τρυφερό», πιστεύω πως τίποτα από τα δύο δεν ισχύει αλλά μάλλον είναι επικίνδυνο και ανησυχητικό.

Πραγματικά ένιωσα έκπληκτος και ως ένα σημείο και μια ελαφριά λύπη για αυτό που συνέβαινε μπροστά τα μάτια μου. Παρατήρησα με πόση ευκολία πολλά από τα άτομα αυτά, των οποίων την πρότερη συμπεριφορά γνώριζα λόγω της επί τέσσερα χρόνια κοινής σπουδαστικής μας πορείας, είχαν κατορθώσει μέσα σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα από την κτήση του πτυχίου τους να απεκδυθούν τον πρότερο ρόλο τους, το ρόλο του «ανεξάρτητου» και του δήθεν «απελευθερωμένου», και να υιοθετήσουν έναν νέο ρόλο ο οποίος απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα είναι και ο πραγματικός ρόλος που τους ανήκει.

Μέσα σε λίγα λεπτά συνειδητοποίησα το πόσο βαριά κολλημένη σε απολιθωμένα πρότυπα είναι η ελληνική κοινωνία, οι νεοέλληνες του 2008, το υποτιθέμενο αύριο και μέλλον αυτού του τόπου. Συνειδητοποίησα ότι δυστυχώς ακόμα και σήμερα, οι κοινωνικές επιταγές και συνήθειες σε αυτή τη μεριά του κόσμου παραμένουν αυστηρά προσηλωμένες στις αρχές που διέπνεαν την ελληνική κοινωνία πριν από πενήντα ή ακόμα και εκατό χρόνια. Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι ότι, δυστυχώς, το φαινόμενο μοιάζει δύσκολο έως εξαιρετικά ακατόρθωτο να εξαλειφθεί. Οι επιταγές και τα ήθη που χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας αρνούνται πεισματικά να ξεκολλήσουν από πάνω της αλλά σαν βδέλλες συνεχίζουν να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα. Να δημιουργούν συνήθειες – πρότυπα, να οριοθετούν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα πρέπει να κινηθεί και να δράσει ο ανεξάρτητος, υποτίθεται, επιστήμονας και παράλληλα να ετοιμάζουν αυστηρές ποινές για τους διαφωνούντες.

Είδα χθες το πόσο άρρωστο είναι το κοινωνικό περιβάλλον των νέων της χώρας μας. Παρατηρούσα επί ώρα πολλή τη συμπεριφορά των δεκάδων μαμάδων και μπαμπάδων που με φροντίδα και σπουδή βρίσκονταν συνεχώς δίπλα στα παιδιά τους (22 και 23 χρονών!) και με κάθε τρόπο τα κατεύθυναν να πάνε στη γραμματεία, να συμπληρώσουν κάθε λογής αίτηση και υπεύθυνη δήλωση και να ελέγχουν κάθε λίγο και λιγάκι με αυστηρότητα μήπως κάποια άλλη μαμά ή κάποιος άλλος μπαμπάς «κλέψει» τη θέση του γιου ή της κόρης τους στην ουρά. Κοιτούσα πραγματικά περίλυπος και τα συναισθήματα μέσα μου ήταν διπλής φύσεως. Από τη μία αισθανόμουν άσχημα για την κατάσταση αυτή στην οποία είχαν περιέλθει οι νέοι αυτοί άνθρωποι και από την άλλη ένιωθα και αρκετά περήφανος και γεμάτος σιγουριά για τον εαυτό μου που έχω κατορθώσει με δικές μου ενέργειες να ξεφύγω από το αρρωστημένο αυτό σύστημα που κάνει πραγματικά άσχημο τον κόσμο μας.

Αναλογιζόμουν ότι εάν ένας νέος 22 χρονών, πτυχιούχος επιστήμονας, με σίγουρη σταδιοδρομία στο επάγγελμά του και ένα σίγουρο μέλλον σε αυτό δεν είναι ικανός να κάνει μόνος του ένα ταξίδι μιας ώρας από την Πάτρα στον Πύργο, να ψάξει μόνος του να βρει τα γραφεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σε μια πολύ μικρή πόλη όπως ο Πύργος και να λειτουργήσει μόνος του έτσι ώστε να ικανοποιήσει όλες εκείνες τις απαιτήσεις που χρειάζονται προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία (αιτήσεις, χαρτιά κτλ), τότε τα πράγματα είναι πραγματικά σκούρα για όλους μας. Γιατί είναι σίγουρο ότι ο μπαμπάς ο οποίος πήρε το γιο ή την κόρη από την Πάτρα, τον μετέφερε στον Πύργο, ρωτούσε σε κάθε περίπτερο και καφενείο για να μάθει το που βρίσκεται η πρωτοβάθμια (γιατί, δυστυχώς, το είδα και αυτό) και στο τέλος έτρεχε μανιωδώς σε κάθε διάδρομο με όλη τη χαρτούρα στο χέρι προκειμένου να «ξελασπώσει» το παιδί του από την «ταλαιπωρία», νομίζω πως θα είναι 100% ο ίδιος μπαμπάς ο οποίος σε ένα ή δύο χρόνια θα επιβάλει στο γιο του ή στην κόρη του το ποια ή ποιον θα παντρευτεί, θα του επιβάλει το πού θα μένει, το πόσα παιδιά θα κάνει, ακόμα και το τι θα φάει το μεσημέρι.

Παρόλα αυτά που είδα και συλλογίστηκα, δεν κατηγόρησα τα παιδιά. Μου φαίνεται πως δεν θα πρέπει να κατηγορήσω ούτε τους απίθανους μπαμπάδες και τις απίθανες μαμάδες που έκαναν το «μαραθώνιο» ταξίδι Πάτρα-Πύργος προκειμένου να συμπαρασταθούν στα βλαστάρια τους. Νομίζω πως και οι μεν και οι δε είναι απλώς θύματα. Θύματα μιας κατάστασης η οποία βρίσκεται έξω από αυτούς, η οποία τους επιβάλλεται και τους επιβάλλει τις αρχές της και τις προσδοκίες της από αυτούς και αυτοί απλώς ακολουθούν ανίκανοι να πράξουν κάτι το διαφορετικό. Θύματα είναι τα παιδιά. Θύματα είναι και οι μπαμπάδες με τις μαμάδες. Γιατί να τους κατηγορήσεις;

Εγώ πάντως αρνήθηκα να είμαι θύμα…