4 Σεπ 2008

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Πολύς διάλογος έχει γίνει τα τελευταία δύο περίπου χρόνια για το θέμα της ελληνικής ιστορίας, τα ιστορικά αίτια πολλών καταστάσεων του ελληνικού έθνους και γενικότερα σχετικά με το ζήτημα του ορθού τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας στους σύγχρονους νεοέλληνες. Με το θέμα αυτό, το πραγματικά τόσο σοβαρό και κρίσιμο, θα επιχειρήσω να ασχοληθώ στις παρακάτω γραμμές, αποσκοπώντας κυρίως στο να εξετάσω δύο πράγματα: πρώτον, το γιατί είναι τελικά τόσο σημαντικό να διδαχθεί η ιστορία αντικειμενικά και με ακρίβεια και, δεύτερον, το ποια είναι η στάση των γειτονικών με εμάς λαών απέναντι στη δική τους ιστορία. Κι αυτό γιατί θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε όλοι ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι τόσο το εάν και κατά πόσο ένας λαός διδάσκεται την ιστορία του, όσο κυρίως το πώς την διδάσκεται. Γιατί ο τρόπος διδασκαλίας της ιστορίας είναι αυτός που, κατά τη γνώμη μου, διαμορφώνει την ιστορική συνείδηση ενός λαού και του υποδεικνύει τη συμπεριφορά που θα πρέπει να έχει απέναντι στους άλλους λαούς και στους άλλους πολιτισμούς.

Ξεκινώντας, έκρινα σκόπιμο να ανατρέξω απευθείας όχι σε κάποιον από τους κορυφαίους Έλληνες ιστορικούς των αρχαίων χρόνων, όπως ο Ηρόδοτος ή ο Θουκυδίδης, αλλά στον Λουκιανό, τον περίφημο Σύρο ελληνιστή της ύστερης αρχαιότητας. Ο Λουκιανός, λοιπόν, ο οποίος καταγόταν από τα Σαμόσατα της Κομμαγηνής και έζησε τον 2ο μ. Χ. αιώνα, είχε γράψει μεταξύ πολλών άλλων και ένα περίφημο δοκίμιο με τίτλο «Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν», δηλαδή «Πώς πρέπει να γράφει κάποιος ιστορία». Γράφει, λοιπόν (παρ. 40): «Αυτό είναι, όπως είπα πριν, το ιδιαίτερο γνώρισμα της ιστορίας: αν κάποιος πρόκειται να πορευθεί την οδό της ιστορικής συγγραφής, μόνο στην αλήθεια οφείλει να θυσιάζει, και για όλα γενικώς τα άλλα παντελώς να αδιαφορεί. Σε γενικές γραμμές ένας είναι ο σωστός πήχης και το μέτρο ακριβείας: να μην αποβλέπει σε αυτούς που τον ακούν τώρα αλλά σε εκείνους που μελλοντικά θα διαβάσουν τα συγγράμματά του. Διότι, αν υπηρετεί τις σκοπιμότητες της παρούσας στιγμής, εύλογα θα συγκαταλεχθεί στην κατηγορία των κολάκων, τους οποίους από παλιά η ιστορική επιστήμη είχε αποστραφεί ευθύς εξ’ αρχής, όπως η γυμναστική αποστρέφεται την καλλωπιστική τέχνη».

Ακόμα και σήμερα τα γραφόμενα του Λουκιανού βρίσκουν απήχηση και φαντάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ. Ειδικά στην ανέκαθεν φλεγόμενη περιοχή των Βαλκανίων, την γλαφυρώς επονομαζόμενη «μπαρουταποθήκη της Ευρώπης», όπου συμβαίνει το εκπληκτικό φαινόμενο ο κάθε λαός να διδάσκεται την ιστορία του με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι τη διδάσκονται οι γείτονές του για αυτόν. Έτσι, για παράδειγμα, όταν επί δεκαετίες ολόκληρες οι Τούρκοι παρουσιάζονταν στα ελληνικά βιβλία ιστορίας ως οι αιμοδιψείς «βάρβαροι της Ανατολής», οι ίδιοι ούτε λίγο ούτε πολύ διδάσκονταν στα σχολεία τους ότι αποτελούν ένα έθνος αρχαιότατο, με άφθαστο πολιτισμό και ότι οι αρχαίοι τους πρόγονοι είναι αυτοί που δημιούργησαν μια κοιτίδα γνώσης και σοφίας στην ανατολική πλευρά της Μεσογείου. Ακόμα και σήμερα (για την ακρίβεια: σήμερα ακόμα περισσότερο), αποτελεί παγιωμένη ιστορική συνείδηση στους νεαρούς μορφωμένους Τούρκους ότι ο Μινωικός και ο Μυκηναϊκός πολιτισμός αποτελούν δημιουργήματα ανθρώπων τουρκικής καταγωγής. Κι όλα αυτά, βεβαίως, χάρη στην «Ταρίχ», την επίσημη (από το 1932) τουρκική ιστορία η οποία εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη υπό την καθοδήγηση του Κεμάλ και έκτοτε έχει αναλάβει τη διάπλαση και διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης της τουρκικής νεολαίας.

Αυτό, όμως, που με ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι το τι γίνεται σε μας. Για την ακρίβεια, ίσως, το τι θα έπρεπε να γίνεται σε μας. Η αλήθεια είναι πως για μια σειρά από αδιευκρίνιστους και σκοτεινούς έως ύποπτης φύσεως λόγους επιχειρείται συνεχώς μια υποβάθμιση της ελληνικής ιστορίας, από τη μία πλευρά, ενώ από την άλλη αφθονούν και εκείνοι που επωμιζόμενοι αυθαίρετα το ρόλο του «εθνοσωτήρα» επιχειρούν εδώ και πάρα πολλά χρόνια να ταυτιστούν με την πορεία του ελληνικού έθνους στο χρόνο και να καπηλευθούν τις όποιες ευχάριστες ιστορικές στιγμές του. Ταυτόχρονα, ισχυρίζονται ότι ακόμα και στις δύσκολες στιγμές βρίσκονταν στο πλευρό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Νομίζω ότι το λάθος της μίας πλευράς αντιστοιχεί στη ζυγαριά με το βάρος του λάθους της άλλης και τέλος πάντων και των δύο οι τακτικές μου φαίνονται τουλάχιστον ωφελιμιστικές. Αυτό που βλέπω είναι ότι η ελληνική ιστορία βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δύο αυτά στρατόπεδα. Στο στρατόπεδο των υποβαθμιστών της και σε αυτό των δήθεν προστατών οι οποίοι, βεβαίως, επιθυμούν όσο τίποτα άλλο την προβολή. Και το ερώτημα εξακολουθεί να τίθεται αμείλικτο: «πώς θα πρέπει, λοιπόν, να διδάσκεται η ιστορία;»

«Ειλικρινά ανησυχώ», γράφει ο σπουδαίος σύγχρονος Έλληνας ιστορικός Σαράντος Καργάκος, «για τον κατήφορο των ελληνικών ιστορικών σπουδών. Από τη μία γράφονται βιβλία ακατάληπτα και βιβλία καταληπτά αλλά με ανθελληνική διάσταση, και από την άλλη βιβλία υπερελληνικά (…) στα επίσημα βιβλία με τα οποία μορφώνεται η νεολαία, η ελληνική ιστορία αφανίζεται. Στα σχολεία μας, μεγάλες μορφές και στιγμές σπιλώνονται (…) η ελληνική ιστορία μετατρέπεται σε ένα είδος μοντέρνας μυθολογίας, με άφθονα μαγικά και αστρολογικά στοιχεία»…

Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα είναι όντως ανησυχητικά. Αυτό που προσωπικά με προβληματίζει και με θορυβεί ως δάσκαλο είναι το γεγονός ότι οι μαθητές μου οι οποίοι σε κάποια χρόνια θα έχουν μεγαλώσει, θα βρουν απέναντί τους γείτονες που θα έχουν πλήρη ιστορική συνείδηση (έστω και αν η ιστορική τους εκδοχή θα είναι λανθασμένη). Ενώ αυτοί δεν θα έχουν τίποτα. Θα είναι γυμνοί ιστορικά. Ο Έλληνας του 2040 ή του 2050 δεν θα ξέρει ούτε καν που βρισκόταν ο Μινωικός πολιτισμός. Και δεν θα έχει πρόβλημα να πιστέψει την τουρκική άποψη ότι οι αρχαίοι Κρήτες ήταν τούρκικα φύλα. Δεν θα τολμήσει να φέρει αντίσταση στον Σκοπιανό που μέσα σε ελάχιστα χρόνια απέκτησε ιστορία (ζήτημα το πώς) και θα υποστηρίζει με επίταση ότι η Μακεδονία του ανήκει από αρχαιοτάτων χρόνων. Και θα είναι ανίκανος ο Έλληνας εκείνης της εποχής να αντιδράσει στον Αλβανό που θα επιδιώξει να επεκτείνει τη χώρα του μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο επειδή τάχα τα εδάφη αυτά ανήκαν στους προγόνους του. Και θα είναι ανίκανος επειδή δεν θα ξέρει. Δεν θα γνωρίζει την ιστορία του. Και τότε δεν θα τον πολυενδιαφέρει κιόλας.

«Και τι πρέπει να γίνει λοιπόν;», αναρωτιέμαι εγώ τώρα. Η απάντηση δεν είναι καθόλου εύκολη αλλά συγχρόνως κρίνεται επιτακτικό το να βρεθεί. Και μάλιστα όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Κυρίως να σταματήσουν οι από πάσα κατεύθυνση πομπώδεις διατυπώσεις και κομπορρημοσύνες. Να σταματήσουν εδώ και τώρα οι διακηρύξεις. Είναι μόνο λόγια, κούφια και χωρίς καμία ουσία. Και πάλι διαβάζω στον Λουκιανό: «Όταν ο Φίλιππος έκανε τη θριαμβευτική του πορεία προς Νότο, οι Κορίνθιοι ταράχθηκαν και όλοι άρχισαν να εργάζονται πυρετωδώς για την απόκρουσή του. Άλλος επισκεύαζε όπλα, άλλος βοηθούσε στο να ανοικοδομηθεί το τείχος, άλλος τοποθετούσε στηρίγματα στις επάλξεις που είχαν καταπέσει, άλλος κατασκεύαζε σκοινιά, άλλος έκανε αυτό κι άλλος εκείνο. Ο Διογένης, βλέποντας όλους να εργάζονται πυρετωδώς αλλά συγχρόνως ο ίδιος να μην συμμετέχει πουθενά, πήρε το πιθάρι του κι άρχισε να το πηγαίνει πάνω – κάτω στο Κράνειον, την αρχαία ακρόπολη της Κορίνθου. Κάποια στιγμή κάποιος τον είδε και απόρησε και τον ρώτησε τι κάνει. Κι εκείνος του απάντησε: «Κυλώ κι εγώ το πιθάρι μου για να μην φαίνομαι ότι τεμπελιάζω ενώ οι άλλοι εργάζονται πυρετωδώς» (παρ. 4-5). Οι άσκοπες, λοιπόν, διακηρύξεις και τα μεγάλα λόγια δεν είναι τίποτα άλλο παρά «κυλίσματα πιθαριού». Αυτό που απαιτείται είναι δράση, επαγρύπνηση και να επανέλθει το μάθημα και η συγγραφή της ιστορίας στη σωστή γραμμή.

Θα ολοκλήρωνα εδώ τη σημερινή δημοσίευση εάν δεν έπεφτε στην αντίληψή μου μια απίστευτη πληροφορία. Την παραθέτω χωρίς να σχολιάσω περαιτέρω: το 2006, δηλαδή πριν από δύο χρόνια, κάποιο ινστιτούτο με την ονομασία «Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη» έθεσε σε κυκλοφορία ένα τετράτομο έργο σχετικά με την ιστορία των βαλκανικών λαών. Το έργο τιτλοφορήθηκε «Εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Νεότερης Ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης». Το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε από τα υπουργεία εξωτερικών των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γερμανίας αλλά και από την αμερικανική οργάνωση USAID και για την συγγραφή του συνεργάστηκαν επιστήμονες από τις βαλκανικές χώρες με τη γενική επιμέλεια να την έχει γνωστή καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοπονήσου. Στο δεύτερο τόμο, με τίτλο «Έθνη και κράτη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», παρατίθεται η άποψη του Τούρκου δόκτορα Ριζά Νουρ ο οποίος δίνει το στίγμα του τουρκικού αυτοπροσδιορισμού. Τον παραθέτω αυτούσιο και τελειώνω για σήμερα: «Το τουρκικό έθνος είναι το πιο ευνοημένο από το Θεό. Ευφυΐα, ηρωισμός, επιστήμη και καλλιτεχνικές ικανότητες του δόθηκαν περισσότερο απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο έθνος. Εμείς είμαστε εκείνοι που, πριν από την εποχή του Χριστού όσο και μετά από αυτήν, δημιουργήσαμε πολιτισμούς και πολιτισμούς σε ολόκληρο το χώρο από τη Σινική Θάλασσα ως τα Βαλκάνια, την Αίγυπτο και το Μαρόκο. Και το κάναμε αυτό χάρη στην αξία αυτού του πολύτιμου κοσμήματός μας, της ικανότητας του τουρκικού αίματος…»

Δεν υπάρχουν σχόλια: